Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Ἡ παράδοση περί ἐλεύσεως τῆς Θεοτόκου στήν Κύπρο μέσα ἀπό τά Πάτρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τή χειρόγραφη παράδοση


 «Τό βουνό αὐτό (ὁ Ἄθως) εἶναι μεγάλο καί ψηλό καί ξακουστό ἀπό παλιά, γεμάτο καρποφόρα δένδρα, καί πολύ πλούσιο σέ πηγές. Βρίσκεται στήν Ἄσπρη Θάλασσα (τό Αἰγαῖο δηλαδή) κι ἀπό ἐκεῖ φαίνεται σάν νησί, γιατί τριγύρω ἔχει θαλασσινό νερό. Μόνο ἀπό τήν βορεινή πλευρά στενεύει ... ἐκεῖ ὅπου ἑνώνεται μέ τήν μεγάλη γῆ τῆς Θράκης καί τῆς Μακεδονίας... Ἀπό τό Ὄρος, ἡ Κωνσταντινούπολη καί δύο-τρία νησιά βρίσκονται πρός τήν Ἀνατολή... Ὅλα τά ἄλλα νησιά τῆς Ἄσπρης Θάλασσας καί ἡ Κύπρος ... βρίσκονται νοτίως τοῦ Ἁγίου Ὄρους».
 Αὐτά σημείωνε (σέ ἑλληνική μετάφραση) στά 1745 ὁ ρώσος περιηγητής ἀπό τό Κίεβο μοναχός Βασίλειος Γκρηγκόροβιτς Μπάρσκι κατά τό δεύτερο ταξίδι του στόν Ἄθωνα⋅ ὁ Μπάρσκι, πού δέκα χρόνια πρίν, εἶχε βρεθεῖ στήν Κύπρο περιηγούμενος στά μοναστήρια της καί ἀφήνοντάς μας, ὡς παρακαταθήκη, τίς πολύ χρήσιμες γιά τήν ἔρευνα σχεδιαστικές ἀπεικονίσεις τους.
   Καί συνεχίζει ὁ Μπάρσκι, καταγράφοντας τίς περί τῆς Θεοτόκου παραδόσεις, πού συνάντησε στόν Ἄθωνα: «Μετά τήν ἐνσάρκωση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐν δόξῃ ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς, ὅταν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μοίρασαν μέ κλῆρο τά πέρατα τῆς γῆς, γιά τό κήρυγμα τῆς ἁγίας ὀρθοδόξου πίστεως, ἔλαβε μέρος καί ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος καί τῆς ἔλαχε ὡς κλῆρος τό ὄρος τοῦτο τοῦ Ἄθωνος, πρᾶγμα γιά τό ὁποῖο μαρτυρεῖται στό βιβλίο Πρόλογος, πού τυπώθηκε στό Πετσόρκ (τή Λαύρα τοῦ Κιέβου δηλαδή), στό βίο τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου».
    Βαθειά πεποίθηση τῶν Ἁγιορειτῶν μοναστῶν σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἱστορίας τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ ἦταν καί παραμένει ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ προστάτιδα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού φυλάει τόν Ἄθωνα καί τούς ἀσκούμενους σ᾿ αὐτό πατέρες, ἐπαγρυπνώντας καί πρεσβεύοντας γι᾿ αὐτούς. Ἀφορμή γι᾿ αὐτό στάθηκαν οἱ ὑποσχέσεις πού ἔδωσε ἡ κυρία Θεοτόκος στόν πρῶτο ἀθωνίτη ἅγιο, ὅσιο Πέτρο τόν Ἀθωνίτη, ὅπως αὐτές καταγράφηκαν στό Βίο του, ἀλλά καί στό Ἐγκώμιο πρός αὐτόν πού συνέταξε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀλλά καί σέ διάφορες διηγήσεις γιά τήν ἔλευση τῆς Θεοτόκου στόν Ἄθωνα καί τήν δωρεά τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ τόπου σ᾿ αὐτήν ἀπό τόν υἱό της.
Ἀπόηχους τῶν διηγήσεων γιά τά παραπάνω βρίσκουμε καί σέ ἀρκετά ἔργα τοῦ λογίου μοναχοῦ τοῦ 19ου αἰώνα Ἰακώβου Νεασκητιώτου, ὅπως, γιά παράδειγμα, στό κείμενο «Περί τοῦ κλήρου τῆς Θεοτόκου Ἄθω»,  ὅπου ὁ ὅσιος Πέτρος ὁ Ἀθωνίτης κατά τό ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς του ἀπό τήν Ρώμη, κι ἐνῶ βρισκόταν στό πλοῖο εἶδε σέ ὅραμα «τήν Πανάχραντον Θεοτόκον μετά τινος ὑπερβαλλούσης αἴγλης» μαζί μέ τόν ἅγιο Νικόλαο Μύρων, ὁ ὁποῖος τῆς ζήτησε νά ὑποδείξει στόν Πέτρο «τόπον, ἐν ᾧ τόν ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς αὐτοῦ διατελέσει χρόνον, τά φίλα τῷ Θεῷ διαπράττων». Σύμφωνα μέ τό κείμενο, ἡ Θεοτόκος ἀποκρίθηκε στόν ἅγιο Νικόλαο ὅτι, «ἐν τῷ ὄρει τοῦ Ἄθω ἔσται ἡ ἀνάπαυσις αὐτοῦ, ὅπερ εἴληφα εἰς κλῆρον ἐμόν, αἰτησαμένη παρά τοῦ υἱοῦ μου καί Θεοῦ μου», διατυπώνοντας καί τίς λοιπές γνωστές ὑποσχέσεις της τόσο πρός τόν ὅσιο Πέτρο ὅσο καί πρός ὅλους τούς «τῶν κοσμικῶν ἀναχωροῦντες συγχύσεων καί τῶν πνευματικῶν ὅσῃ δυνάμει ἀντεχομένους» μοναχούς τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
     Ἰδιαίτερη σημασία γιά τήν ἀνίχνευση τῶν πηγῶν τῆς ἱστορίας τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ ἔχει τό σύνολο ἐκεῖνο τῶν διηγήσεων πού καταγράφουν τίς πατριογραφικές ἁγιορειτικές παραδόσεις, ὅπως τό προαναφερθέν κείμενο τοῦ μοναχοῦ Ἰακώβου. Οἱ παραδόσεις αὐτές ἀφοροῦν στίς ἀπαρχές τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ, τήν ἵδρυση τῶν μοναστηριῶν, τίς θαυματουργές εἰκόνες ἀλλά καί σέ γεγονότα πού φέρονται νά συνέβησαν στόν Ἄθωνα κατά τήν ὑπερχιλιόχρονη ἱστορική διαδρομή του. Οἱ διηγήσεις αὐτές ἐντάχθηκαν μέ ἀρκετή καθυστέρηση στόν χάρτη τῶν πηγῶν τῆς ἱστορίας τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Οἱ πρῶτες ἀναφορές ἔγιναν μόλις στά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα ἀπό τόν Μανουήλ Γεδεών, πού δημοσίευσε τό 1885 μιά σειρά ὀκτώ διηγήσεων ὑπό τόν τίτλο: Ἀνάμνησις μερική περί τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω ἐκ παλαιῶν ἱστοριῶν καί ἀπό τόν Σπυρίδωνα Λάμπρο, πού δημοσίευσε τό 1912 συλλογή κειμένων ὑπό τόν τίτλο: Πάτρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω. Ἀνάμεσα στά κείμενα αὐτά βρίσκουμε καί τό ἐπιγραφόμενο: Ἀνάμνησις μερική περί τοῦ Ἄθω ὄρους⋅ τά λεγόμενα Πάτρια, στό ὁποῖο γίνεται ἀναφορά καί στό ταξίδι τῆς Θεοτόκου στόν Ἄθωνα ἀλλά καί στήν Κύπρο.
     Ἄν καί δέν ἔχει πραγματοποιηθεῖ μέχρι σήμερα μία συστηματική καταγραφή τοῦ συνόλου τῆς χειρόγραφης πατριογραφικῆς παράδοσης, ἐν τούτοις ἔχει ἐπισημανθεῖ ἕνας ἱκανός ἀριθμός χειρογράφων κωδίκων, οἱ παλαιότεροι ἀπό τούς ὁποίους χρονολογοῦνται στόν 16ο αἰώνα. Γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, ἀπό καταγραφές τῶν Κρίτωνος Χρυσοχοΐδη, Antonio Rigo, Νικολάου Λιβανοῦ, ἀλλά καί τοῦ ὑποφαινόμενου, ὀκτώ κώδικες πού χρονολογοῦνται στόν 16ο αἰώνα, δέκα ἐννέα κώδικες πού χρονολογοῦνται στόν 17ο, ἑπτά στόν 18ο αἰώνα καί ἀρκετούς πού χρονολογοῦνται στόν 19ο αἰώνα. Θά πρέπει ὅμως νά ληφθεῖ ὑπόψιν τό γεγονός ὅτι οἱ παραδόσεις αὐτές, προτοῦ καταγραφοῦν ἐγγράφως, μεταδίδονταν προφορικά ἀπό τούς μοναχούς πολύ πρίν, ἀπό γενιά σέ γενιά.
Ὅσον ἀφορᾶ στήν κυπριακή χειρόγραφη παράδοση περί τῆς ἐλεύσεως τῆς Θεοτόκου στήν Κύπρο μετά τό ταξίδι της στόν Ἄθωνα, ἀπό τήν μέχρι σήμερα ἔρευνά μας, προκύπτουν συνοπτικά τά παρακάτω δεδομένα, πού βασίζονται κυρίως στίς σχετικές μέ τό θέμα μελέτες, ἀπό τήν παλαιότερη, τοῦ Χαρίλαου Παπαϊωάννου στά Κυπριακά Χρονικά, πρίν ἀκριβῶς ἑκατό χρόνια  (1912) μέχρι τίς πρόσφατες. Βάσει αὐτῶν, ἡ σωζόμενη κυπριακή χειρόγραφη παράδοση παρουσιάζεται ἰδιαίτερα πτωχή, καθώς πέρα ἀπό τήν πολύ σημαντική πληροφορία τοῦ Χαριλάου Παπαϊωάννου τό 1911 καί τοῦ Ἰωάννη Συκουτρῆ, τό 1923, περί ἑνός χειρογράφου τοῦ 15ου αἰώνα, πού προερχόταν ἀπό τή βιβλιοθήκη τοῦ Χριστοδούλου Ἀντωνιάδη Γεννᾶ ἐκ Κυθραίας, ἔχουν καταγραφεῖ δύο ἐπιπλέον κώδικες. Ὁ πρῶτος τοῦ ἔτους 1732/1733, τοῦ ναοῦ Ἁγίας Τριάδος Καρπασίας, τοῦ ὁποίου γραφέας εἶναι ὁ μοναχός τῆς μονῆς Ἀκάκιος Τά περιεχόμενα τοῦ κώδικα αὐτοῦ ἀνέλυσε πρόσφατα ὁ Γεώργιος Κάκκουρας, ἐνῶ δημοσίευση τοῦ ἀποσπάσματος τοῦ κώδικα πού ἀναφέρεται στόν ἐρχομό τῆς Θεοτόκου στήν Κύπρο καί σέ νεοελληνική μετάφραση ἔχουμε ἀπό τόν Κυριάκο Χατζηιωάννου, Ἡ ἀρχαία Κύπρος εἰς τάς ἑλληνικάς πηγάς. Ὁ δεύτερος κώδικας εἶναι πάλι τοῦ 18ου αἰώνα, διά χειρός τοῦ κυπρίου γραφέα, ἀρχιμανδρίτου Παϊσίου, μετέπειτα ἀρχιεπισκόπου Κύπρου, καί ἐμπεριέχεται σέ χειρόγραφο πού ἀνῆκε στόν καθηγητή τοῦ Ἐμπορικοῦ Λυκείου Λάρνακας Π. Μητρόπουλο.
    Στό «Συναξάριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως» (10ος-12ος αἰ.) ἀναφέρεται πώς ὁ Λάζαρος «ἔζησε μετά τό ἐκ νεκρῶν αὖθις ἀναβιῶσαι ἔτη δεκαοκτώ, προχειρισθείς ἐπίσκοπος ἐν τῇ εἰρημένῃ Κιτιαίων πόλει παρά Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου». Στό Συναξάριο τοῦ Τριωδίου ἀναφέρεται ὅτι στήν Κύπρο ὁ Λάζαρος χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Κιτίου ἀπό τούς ἀποστόλους Βαρνάβα, Παῦλο καί Μάρκο καί ὅτι τό ὠμοφόριό του τοῦ τό χάρισε ἡ Θεοτόκος πού τό ἔφτιαξε μέ τά ἴδια της τά χέρια.
    Τόν 16ο αἰ., στό πολύ δημοφιλές ἔργο Θησαυρός τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου, ἐπισκόπου Ρεντίνης, καί πιό συγκεκριμένα, στήν ἀναφορά στόν ἅγιο Λάζαρο, ἔχουμε τήν πρώτη δημοσιευμένη ἔντυπη ἀναφορά τῆς παραδόσεως, πώς ὄχι μόνο ἡ Θεοτόκος δώρισε στόν πρῶτο ἐπίσκοπο Κιτίου Λάζαρο τό ὠμοφόριό του, ἀλλά καί ὅτι ἡ δωρεά αὐτή ἔγινε ἀπό τήν ἴδια τήν Θεοτόκο κατά τήν ἐπίσκεψή της στήν Κύπρο: «Ἐκεῖ (στήν Κύπρο, δηλαδή) λέγουσιν ὅτι ἡ Παναγία ἀκόμη ὅταν ἦτο σωματικῶς εἰς τήν γῆν, τοῦ ὑπῆγεν ἕνα ὠμόφορον, τό ὁποῖον ὠμόφορον ἡ Παναγία μοναχή της τό ἔκαμε μέ τά χέρια της». Πρόκειται γιά μνεία πού ἀσφαλῶς προϋποθέτει τήν ὕπαρξη σχετικῆς παλαιότερης τοῦ 16ου αἰ. προφορικῆς ἤ γραπτῆς παραδόσεως.
    Τό σχετικό κείμενο πού μετέγραψε ὁ μοναχός Ἀκάκιος στόν ἤδη ἀναφερθέντα κώδικα τῆς μονῆς Ἁγίας Τριάδος Καρπασίας, φέρει τόν τίτλο: «Ἀνάμνησις μερική περί τοῦ Ἄθω ὄρους, τά λεγόμενα Πάτρια καί ἀπόδειξις ὅτι πώς ἦλθεν ἡ κυρά δέσποινα Θεοτόκος ἐν τῇ νήσῳ Κύπρῳ εἰς χώραν Λάρναξ». Τό πρῶτο μέρος τοῦ σύνθετου αὐτοῦ τίτλου ἀναπαράγει τήν ἐπιγραφή πού φέρουν τά περισσότερα ἀπό τά ἀθωνικά χειρόγραφα μέ τό ἴδιο θέμα, ἐνῶ τό δεύτερο μέρος, σκοπό ἔχει νά προβάλλει τήν σχετική περί τῆς ἐλεύσεως τῆς Θεοτόκου στήν Κύπρο παράδοση.
    Σέ κάποιο σημεῖο τοῦ κειμένου του, ὁ μοναχός Ἀκάκιος, σημειώνει, ἐπιστρατεύοντας τήν προαναφερθεῖσα ἀναφορά τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου: «Ὅτι πώς ἦλθεν ἡ Παναγία εἰς τήν Κύπρον καί ἤφερεν τοῦ ἁγίου Λαζάρου ὠμοφόριον τό μαρτυρεῖ καί σοφώτατος Δαμασκηνός ὁ Στουδίτης εἰς τό βιβλίον του, ὅπου τό ὀνόμασε Θησαυρόν εἰς τό Συναξάρι τοῦ ἁγίου Λαζάρου εἰς τό τέλος τοῦ αὐτοῦ συναξαρίου ἀμήν».
    Στή συνάφεια αὐτή, θά πρέπει νά ἀναφέρουμε ὅτι ἡ ἐφέστια εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ Θεοτόκος Ἄξιόν Ἐστιν, ἀπό εἰκονογραφικῆς ἀπόψεως εἶναι τοῦ τύπου τῆς Παναγίας τοῦ Κύκκου, μία παραλλαγή δηλαδή τῆς Ἐλεοῦσας πού ὡς γνωστόν φυλάσσεται στή μονή Κύκκου, ἐδῶ στήν Κύπρο. Μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον ἀναμένουμε τήν μελλοντική ἔρευνα νά δώσει μία πειστική ἀπάντηση στό ἐρώτημα γιατί ἡ περισσότερο τιμώμενη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ὄρους υἱοθέτησε ἕναν εἰκονογραφικό τύπο πού συνδέεται ἄμεσα μέ τήν Κύπρο. Θά μποροῦσε ἄραγε ἡ παράδοση περί τῆς ἐλεύσεως τῆς Θεοτόκου τόσο στόν Ἄθωνα ὅσο καί στή μεγαλόνησο νά σχετίζεται μέ αὐτό τό ἐρώτημα;
 Στή συνέχεια τῆς εἰσηγήσεώς μας, καί ἐντελῶς συνοπτικά θά ἀναφερθοῦμε, ὡς χαρακτηριστικό παράδειγμα, σέ μία ἀπό τίς πολλές καταγεγραμμένες στήν ἀθωνική παράδοση παραλλαγές τῆς διηγήσεως, ἡ ὁποία ἐξιστορεῖ τήν ἔλευση τῆς Θεοτόκου στόν Ἄθωνα καί ἐν συνεχείᾳ στήν Κύπρο. Διηγήση, πού μᾶς παρέδωσε μεταφρασμένη «εἰς κοινήν ἡμετέραν διάλεκτον» ὁ προαναφερθείς μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης. Ὁ Ἰάκωβος ὑπῆρξε ὁ παραγωγικότερος Ἁγιορείτης γραφέας ἀλλά καί ὁ πολυγραφέστερος Ἁγιορείτης συγγραφέας κατά τόν 19ο αἰώνα μέ εὐρύ πεδίο συγγραφῆς, ἀπό τήν ὑμνογραφία καί τή μετάφραση σέ ἁπλούστερη γλώσσα ἁγιολογικῶν, πατερικῶν καί ἀσκητικῶν κειμένων ὥς τήν ἁγιορειτική ἱστορία καί τά θεολογικά καί ἀντιρρητικά του κείμενα.
    Τό ἔργο στό ὁποῖο ἀναφερόμαστε ἐπιγράφεται Διήγησις παλαιά σωζομένη ἐν χειρογράφοις ἑλληνιστί, παρά δέ τῇ σθλαβικῇ καί δακικῇ ἤτοι βλαχομποδανικῇ ἐντύποις ἐκδεδομένη, ἀφ᾿ ἧς ἡ παρούσα μετεφράσθη εἰς κοινήν ἡμετέραν διάλεκτον, ὅπως ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦλθεν εἰς τό ὄρος τοῦ Ἄθωνος ἔτι ζῶσα ὡς κλῆρον αὐτῇ δοθέντος.Πρόκειται γιά ἀνέκδοτο μεταφραστικό ἔργο τοῦ Ἰακώβου Νεασκητιώτου, τό ὁποῖο συντάχθηκε στά 1847-1848, στό πλαίσιο τῆς περίφημης Ἀθωνιάδος του, πού ἀφορᾶ στήν ἱστορία τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς ἐμφάνισης τοῦ μοναχισμοῦ στόν Ἄθωνα μέχρι τίς μέρες του.
    Ἡ Διήγησις ἀρχίζει μέ τήν συγκέντρωση τῶν Ἀποστόλων στήν οἰκία τοῦ Ζεβεδαίου ὅπου παρίστατο καί ἡ Θεοτόκος, μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖ ἀποφάσισαν, θέλοντας νά ἐφαρμόσουν τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, νά βάλουν κλῆρο ὥστε νά φανεῖ σέ ποιό μέρος τῆς γῆς ἔπρεπε ὁ καθένας ἀπ᾿ αὐτούς νά πορευθεῖ, γιά νά «μαθητεύσει τά ἔθνη». Στή Θεοτόκο ἔπεσε ὁ κλῆρος τῆς Ἰβηρίας. Λίγο πρίν ξεκινήσει ὅμως γιά τήν ἀποστολή της, παρουσιάσθηκε σ᾿ αὐτήν ἄγγελος Κυρίου καί τῆς εἶπε νά μήν ἀναχωρήσει ἀκόμη ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ μέχρις ὅτου φανεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
    Στή συνέχεια ἡ Διήγησις μεταφέρεται στήν Κύπρο ὅπου βρισκόταν ὁ Λάζαρος, τόν ὁποῖο εἶχε ἀναστήσει ὁ Κύριος, «διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων», πού ζητοῦσαν νά τόν σκοτώσουν καθώς πολλοί πίστευσαν ἐξ αἰτίας τῆς ἀναστασεώς του. Ἐκεῖ ὁ Λάζαρος εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπό τόν ἀπόστολο Βαρνάβα ἐπίσκοπος τῆς Λάρνακας. Ἐπιθυμώντας νά συναντηθεῖ μέ τήν Θεοτόκο, τῆς μήνυσε νά μεταβεῖ στήν Κύπρο, ἀφοῦ ἐκεῖνος φοβόταν νά ἐπιστρέψει στήν Ἱερουσαλήμ. Μετά τήν ἀποδοχή τῆς πρόσκλησης ἀπό τήν Θεοτόκο, ὁ Λάζαρος ἔστειλε πλοῖο στήν Ἰόππη γιά νά τήν παραλάβει. Κατά τό ταξίδι ἡ Θεοτόκος εἶχε συνταξιδιῶτες τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Θεολόγο, τόν Πρόχορο καί μερικούς ἀπό τούς ἑβδομήκοντα ἀποστόλους. Διαβάζουμε στό κείμενο:
  Ὁ δέ Λά­ζα­ρος ὁ τε­τρα­ή­με­ρος καί φί­λος τοῦ Χρι­στοῦ, εὑ­ρί­σκε­το ἐν τῇ νή­σῳ Κύ­πρου, ἀ­να­χω­ρή­σας δι­ά τόν φό­βον τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, οἵ­τι­νες ἐ­ζή­τουν ἀ­πο­κτεῖ­ναι αὐ­τόν, ὅ­τι πολ­λοί δι᾿ αὐ­τόν ἐ­πί­στευ­σαν εἰς τόν ἐκ νε­κρῶν ἀ­να­στά­ντα Χρι­στόν. Χει­ρο­το­νη­θείς δέ πα­ρά τοῦ ἀ­πο­στό­λου Βαρ­νά­βα ἀρ­χι­ε­ρα­τεύ­ειν ἐν μι­ᾷ τῶν πό­λε­ων, τῇ νῦν κα­λου­μέ­νῃ Λάρ­να­κα. Ἐ­πε­θύ­μει δέ ἰ­δεῖν καί ἀ­πο­λαύ­σαι τήν δέ­σποι­ναν Θε­ο­τό­κον ἐν τῷ πα­ρό­ντι βί­ῳ καί φο­βού­με­νος ἀ­πελ­θεῖν εἰς Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἐ­μή­νυ­σε τῇ Θε­ο­τό­κῳ τόν πο­λύν πό­θον ὅν εἶ­χε τοῦ ἰ­δεῖν αὐ­τήν ἔ­τι ἅ­παξ ζῶ­σαν. Ἀντέγραψε δέ πρός αὐτόν ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου τοῦ ἀποστεῖλαι πλοῖον εἰς Ἰόππην, καί κατελθεῖν αὐτήν τοῦ διαπλεῦσαι πρός αὐτόν εἰς Κύπρον. Καί ἑτοιμάσας ὠμοφόριον καί ἐπιμανίκια, οἰκείαις χερσίν πλέξας αὐτά, ἐλθόντος τοῦ πλοίου, κατέβη μετά τοῦ θεολόγου Ἰωάννου καί τινων μαθητῶν ἐκ τῶν ἑβδομήκοντα, καί Προχόρου, ἀνέβησαν εἰς τό πλοῖον.
Στή μέση ὅμως τοῦ πελάγους σηκώθηκε μεγάλη θαλασσοταραχή πού παρέσυρε τό πλοῖο μέχρι τό ὄρος Ἄθως. Ἐκεῖ τό πλοῖο προσώρμισε στό λιμάνι τοῦ Κλήμεντος. Τήν ἐποχή ἐκείνη βρίσκονταν στόν Ἄθωνα εἰδωλεῖα καί βωμοί τοῦ Ἀπόλλωνα, στόν ὁποῖο οἱ κάτοικοι «εἶχον μεγάλην εὐλάβειαν». Μέ τό πού ἔφθασε ὅμως τό πλοῖο, τά εἴδωλα ἄρχισαν νά κράζουν καί νά καλοῦν τούς ἀνθρώπους νά κατέβουν στό λιμάνι γιά νά προσκυνήσουν τήν μητέρα τοῦ Θεοῦ⋅ κάτι πού ἀμέσως ἔγινε. Ἐκεῖ ἡ Θεοτόκος κήρυξε τό εὐαγγέλιο μέ ἀποτέλεσμα νά πιστέψουν ὅλοι τους στόν Χριστό. Τήν ἴδια στιγμή σημειώθηκαν καί πολλά θαύματα καί θεραπεῖες ἀσθενῶν. Τότε ἡ Θεοτόκος εὐλόγησε τό Ὄρος λέγοντας, «οὗτος ὁ τόπος μένει εἰς κλῆρον ἐμόν εἰς τό αἰῶνα καί ἡ χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος κατασκηνώσει ἐν αὐτῷ». Εἶπε δέ καί ὑποσχέθηκε καί ἄλλα πολλά καί στή συνέχεια, ἀφοῦ ἄφησε ἕνα μαθητή της νά «μείνῃ εἰς τό Ὄρος ἱερατεύειν τά θεῖα μυστήρια καί διδάσκειν τόν λαόν καί στηρίζῃ τούς νεοφωτίστους», ἀνέβηκε πάλι στό πλοῖο καί ἀναχώρησαν γιά τήν Κύπρο ὅπου ἔφθασαν «αὐθημερόν». Στή συνέχεια ἡ Διήγηση περιγράφει τή συνάντηση τῆς Θεοτόκου μέ τόν Λάζαρο στήν Κύπρο ὅπου ἡ Θεοτόκος παρέμεινε λίγες μέρες πρίν ἐπιστρέψει στήν Ἱερουσαλήμ, ὅπου καί ἐκοιμήθη «ἐν ἐκείνῳ τῷ ἔτει». Διαβάζουμε στό κείμενο:
Ὁ δέ Λάζαρος εὑρίσκετο εἰς μεγάλην λύπην καί ἀθυμίαν διά τήν ἀργοπορίαν τῆς ἐλεύσεως τοῦ πλοίου, ὑποπτευόμενος μήπως καί συνέβη ναυάγιον, μή γινώσκον τά διαπραχθέντα ὑπό τῆς θείας δυνάμεως. Ὡς δέ ἄφνω εἶδε τήν ὑπεραγίαν Θεοτόκον ἐλθοῦσαν πρός αὐτόν, ὑπερεχάρη λίαν καί προσκυνήσας αὐτήν ὑπεδέξατο χαίρων. Ἡ δέ ἁγία Θεοτόκος τοῦ ἐπρόσφερε τά ἱερά δῶρα, ἔργα τῶν ἁγίων αὐτῆς χειρῶν, ἕνα ἱερόν στιχάριον καί ἕν ἅγιον ὠμοφόριον, ὁποῦ ἐπιτηδείως αὐτοχείρως ἔπλεξε καί ἐπιμανίκια. Ὑποδεξάμενος δέ αὐτήν εὐλαβῶς ὁ ἱερός Λάζαρος τοῦ ἐδιηγήθη ἡ Θεοτόκος τά ὅσα ἐκ θείας προνοίας καί δυνάμεως ἔγιναν εἰς τό ὄρος τοῦ Ἄθωνος. Τά ὁποῖα ἀκούσας ὁ Λάζαρος ἐθαύμασε καί ἐδόξασε τόν Θεόν, τόν οἰκονομοῦντα παράδοξα κατά τήν θείαν Του βούλησιν. Μείνασα δέ ἱκανάς ἡμέρας ἡ Θεοτόκος εἰς Κύπρον συνηδομένη τῷ δικαίῳ Λαζάρῳ, ἐν τῷ ναῷ τῆς ἐπισκοπῆς αὐτοῦ καί εὐλογήσασα τοῦ ἐκεῖσε πιστούς, καί ἰάσεις τελέσασα τοῖς πιστῶς αὐτῇ ἔπλευσε πρός Ἰόππην, καί ἐπανῆλθεν εἰς τήν Ἱερουσαλήμ καί ἔμεινεν ἐν τῇ ἁγίᾳ Σιών εἰς τήν οἰκίαν τοῦ Ζεβεδαίου πατρός τοῦ Θεολόγου Ἰωάννου. Καί ἐν ἐκείνῳ τῷ ἔτει ἐκοιμήθη ἡ Θεοτόκος.
Ὁ συντάκτης στή συνέχεια μᾶς πληροφορεῖ ὅτι «ταῦτα ἔγραψεν ὁ Μοναχός Στέφανος ἁγιορείτης περί τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὅτι ἦλθεν εἰς τό ὄρος τοῦ Ἄθωνος καί ἐκήρυξεν, ὅτι θέλει μένει ἡ δύναμις τοῦ ἱεροῦ αὐτῆς κηρύγματος μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων. ὅτε τό οἰκουμενικόν κήρυγμα τῶν πανευφήμων Ἀποστόλων ἐξασθενήσῃ διά τό ψυχρανθῆναι τήν ἀγάπην τῶν πολλῶν, καί πληθυνθῆναι τήν ἀνομίαν, τότε ἡ τελείωσις τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου νά διαμένῃ ἐν τῷ Ὄρει κατά μέρος εἰς τούς ἔχοντας ἐν τῇ ψυχῇ αὐτῶν τόν θεῖον φόβον ἐγκυμονοῦντα.». 
Εἶναι φανερό ὅτι γράφοντας τά παραπάνω ὁ Ἰάκωβος εἶχε κατά νοῦν τίς τυχόν ἐκφράσεις δυσπιστίας πού θά δημιουργοῦσε ἡ ἐξιστόρηση περί τοῦ θεομητορικοῦ ταξιδιοῦ στόν Ἄθωνα, γι᾿ αὐτό καί ἐπιστράτευσε ἐκ τῶν προτέρων ὅσα ντοκουμέντα μποροῦσε νά ἀντιπαραθέσει ὥστε νά διαλυθοῦν οἱ τυχόν ἐπιφυλάξεις ἀπό τούς ἀναγνῶστες τοῦ ἔργου του.
 Σέ ἕνα ἄλλο χειρόγραφο πού παραδίδει τό ἱστορικό περί τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἔργο του Ἀθωνιάς διαφαίνεται ἐντονότερη ἡ ἀγωνία του γιά τήν ἀποδοχή τῆς ἐξιστορήσεώς του περί τῆς θεομητορικῆς παρουσίας στόν Ἄθωνα. Γράφει χαρακτηριστικά:
«Ἀρκούντως ἀποδείξαντες περί τοῦ ὄρους Ἄθω ὅτι κλῆρος τῆς Θεοτόκου ἐδόθη αὐτῇ ἀπ᾿ ἀρχῆς τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, ἕπεται νά ἀποδειχθῇ καί πῶς καί πότε ἀπεκληρώθη αὐτῇ, ὡς εἰς πολλά σωζόμενα // χειρόγραφα βιβλία εὑρίσκεται γεγραμμένον, ἐν τε τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Βατοπαιδίου, ἐν τῇ βιβλιοθήκῃ τῆς Σκήτεως τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἐν τῇ Φιλοθέου, Κωνσταμονίτου, Σταυρονικήτα, ἐν διαφόροις ἄλλαις Μοναῖς, σκήταις, καί κελλία. Ἐν δέ τῇ τοῦ Ζωγράφου εὑρίσκεται ἐν τύποις εἰς βιβλίον τετυπωμένον σθλαβιστί.
(Ἐδῶ νά σημειώσουμε ὅτι πρῶτος πού ἔκανε λόγο στούς Ρώσους περί τῆς ἰδιαίτερης προστασίας τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀπό τήν Θεοτόκο, θεωρεῖται ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Γραικός ὁ Βατοπαιδινός τόν 16ο αἰ.)
    Καί συνεχίζουμε στό κείμενο τοῦ μοναχοῦ Ἰακώβου: Ὡσαύτως καί εἰς δακικήν οὐγγροβλαχικήν διάλεκτον εἴδομεν ἐν τύποις βιβλίον ἐμπεριέχον αὐτό ἀπαραλλάκτως. Δῆλον δέ ὅτι τά παλαιά χειρόγραφα πρεσβύτερα τῶν τετυπωμένων διά πιεστηρίων εἰσιν, ὁ γάρ τύπος ὕστερον ἐφευρέθη. Οἶδα ὅμως ὅτι εἰς αὐτό οἱ πολλοί ἀπιστοῦσι, καί μάλιστα οἱ ἐλλόγιμοι. Ἀλλ᾿ ἡμεῖς, φησίν ὁ Ἀπόστολος, διά πίστεως περιπατοῦμεν, οὐ διά εἴδους. Ποῖος γάρ τολμείας ἤθελε συῤῥᾶψαι ψευδῶς μίαν τοιαύτην ῥαψωδίαν; Ἀμή ἐάν εἰς αὐτά ἀπιστῶμεν, θέλει ἀπιστῶμεν καί εἰς τάς θείας γραφάς. Καί ἰδοῦ βλέπομεν ὅτι ἐξεδόθη βίβλος ἀνατρέπουσα τήν εἰς τόν ναόν τῆς Θεοτόκου Εἴσοδον, καί δώδεκα ἔτη ἐν αὐτῷ μείνασαν τρεφομένην διά χειρός ἀγγέλου. Ὡσαύτως, καί εἰς τήν ἁγίαν αὐτῆς μετάστασιν ἁρπαγήν διά νεφελῶν τῶν ἱερῶν ἀποστόλων εἰς τήν κηδείαν αὐτῆς, καί τήν εἰς τόν Θωμᾶν δόσιν τῆς ἀκηράτου αὐτῆς Ζώνης... ἀποσκοποῦντας». 
     Τό παραπάνω ἀπόσπασμα εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον καθώς μᾶς διαφωτίζει ἀφενός γιά τό εὖρος τῆς χειρόγραφης παράδοσης τῆς διηγήσεως περί τῆς ἐλεύσεως τῆς Θεοτόκου στόν Ἄθωνα καί ἀφετέρου γιά τόν τρόπο ἐργασίας τοῦ μοναχοῦ Ἰακώβου, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι ὡς πρώϊμος ἐρευνητής, περιέδραμε ὁλόκληρο τόν Ἄθωνα γιά δρέψει τούς πολύχυμους πνευματικούς καρπούς στό λειμώνα τῶν ἀθωνικῶν βιβλιοθηκῶν. Ὁλόκληρο τό κείμενο τῆς Διηγήσεως προτιθέμεθα σύν Θεῷ νά ἐκδώσουμε στά Πρακτικά τοῦ παρόντος Συνεδρίου.
    Ἀνεξάρτητα πάντως ἀπό τή θεώρηση τῆς, οὕτως ἤ ἄλλως, ζῶσας καί ἱσχυρῆς ἁγιορειτικής ἀλλά καί κυπριακῆς παραδόσεως περί τῆς ἐλεύσεως τῆς Θεοτόκου στό Ἅγιον Ὄρος καί κατόπιν στήν Κύπρο, καί γιά νά κλείσουμε μέ τόν περιηγητή μέ τόν ὁποῖο ξεκινήσαμε τήν εἰσήγησή μας, τόν μοναχό Βασίλειο Μπάρσκι, τόν φιλίστορα προσκυνητή ἁμφοτέρων τῶν τόπων, «Τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι εὐλογημένο μέ τίς πρεσβείες καί εὐλογίες τῆς Θεοτόκου καί ὀνομάσθηκε ἔτσι καί δοξάσθηκε στά πέρατα τῆς γῆς, λόγῳ τῆς ἐκεῖ ἐγκαταστάσεως θεαρέστων ἀνδρῶν. Ὅσα λέγονται νοερῶς ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, μέσῳ τοῦ Δαυΐδ, γιά τήν ὑπεραγία Θεοτόκο, ὅλα αὐτά ταιριάζουν καί γιά τόν Ἄθωνα: ‘’Ὄρος πῖον, ὄρος τετυρωμένον... ὅ εὐδόκησεν ὁ Θεός κατοικεῖν ἐν αὐτῷ’’».  


(Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης )


 Εἰσήγηση τοῦ συγγραφέα στό Ἐπιστημονικό Συμπόσιο: "Ἅγιον Ὄρος καί Κύπρος"
Λευκωσία 15 Δεκεμβρίου 2012
Αἴθουσα Διαλέξεων τῆς Ἑταιρείας Κυπριακῶν Σπουδῶν




Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Ὁ ἀετός στό βάθος τῶν χρόνων..


Αρπακτικό πουλί, με εντυπωσιακή εμφάνιση, προικισμένο με οξύτατη όραση και κυρτό γαμψό ράμφος. Τα πόδια του έχουν 4 δάκτυλα, 3 μπρος και 1 πίσω με νύχια αγκιστροειδή με τα οποία αρπάζει και κομματιάζει την λεία του. Ζει και χτίζει την φωλιά του σε απρόσιτους βράχους ορεινών περιοχών. Οι νεοσσοί του είναι αδέξιοι στην αρχή γι αυτό τους ανατρέφει για πολύ καιρό με μεγάλη επιμέλεια. Το πέταγμα του είναι μεγαλοπρεπές. Πολλές φορές καθώς πετάει αργά με τα φτερά του ανοιχτά και ακίνητα, μοιάζει σαν να γλιστράει μέσα στον αέρα. Εκμεταλλεύεται επιτήδεια τα ανοδικά ρεύματα του αέρα για να ανεβαίνει σε μεγάλα ύψη χωρίς προσπάθεια. Έχουν υπολογίσει πως ο αϊτός μπορεί να πετάξει με ταχύτητα 31 μέτρα το δευτερόλεπτο, ένας φτερωτός κεραυνός.
Ο Όμηρος του δίνει πολλά επίθετα αγκυλοχείλης, υψιπετής, αίθων. Μέλας, κάρτιστος, ώκιστος, πετεη νώ ν, τελειότατος. Άλλες ιδιότητες που οι αρχαίοι του προσέδιδαν ήταν σκηπτροβάμων (που κάθεται πάνω στο σκήπτρο, εννοείται του Δία). Ζει περίπου 100 χρόνια.
Γνήσια είδη αετών είναι: Ο Χρυσαετός , είναι ο αετός της ιστορίας και των λαϊκών παραδόσεων. Είναι μεγαλόσωμο και εξαιρετικά δυνατό πουλί, με σκούρο καστανό χρώμα, που χρυσίζει στο λαιμό. Πετάει σε μεγάλα ύψη, διαγράφοντας κύκλους πολλές ώρες, με ελάχιστα χτυπήματα των φτερών και είναι ικανός να αντιμετωπίζει και τις πιο δυνατές καταιγίδες. Ο χρυσαετός είναι σύμβολο του Μεξικού και ήταν ο «Αυτοκρατορικός» αετός της σημαίας των ρωμαικών λεγεωνών. Άλλοι είναι ο Βασιλαετόc, στεπαετός, κραυναετός, στικταετός, σπιζαετός. σταυραετός.

Ελληνιστικοί χρόνοι

Στην Ευρώπη ο αετός χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σαν σύμβολο ισχύος από τον Μέγα Αλέξανδρο. Στις διηγήσεις και μύθου ς για τον Αλέξανδρο συχνά ο αετός αναμειγνύεται σαν σύμβολο και οιωνός της μελλοντικής κοσμοκρατορίας του. Κατά τον lουστίνο, στο σπίτι που γεννήθηκε πήγε και κάθισε ένα ζευγάρι αετών, αετός τον σώζει επίσης από την πολιορκία της Τύρου Αετός επίσης άρπαξε τα σπλάχνα του θύματος από τον βωμό, όπου θυσίαζε και μεταφέροντάς τα σε άλλο βωμό του υπέδειξε τον τόπο όπου έπρεπε να ιδρυθεί η 
Αλεξάνδρεια. Εκείνος που τον μονιμοποίησε σαν έμβλημα κρατικής δύναμης ήταν ο δημιουργός του μεγάλου Ελληνιστικού βασιλείου της Αιγύπτου Πτολεμαίος Α' ο Σωτήρ, ο οποίος αποτύπωσε στα νομίσματά του τον αετό καθισμένο πάνω σε κεραυνό. Τον αετό με κεραυνό βρίσκουμε και πάνω στα νομίσματα του βασιλιά της Μακεδονίας Περσέα.

Σαν σύμβολο στους Ρωμαίους

Στη Ρώμη η χρήση του αετού σαν σύμβολο υπήρξε πολύ μεγάλη. Στην ίδρυση της Ρώμης ο Ρωμύλος και ο Ρέμος σηκώνονται από τα μεσάνυχτα για να περιμένουν την αυγή τα μηνύματα των θεών. Ο πρώτος ανεβαίνει στο Παλατίνο και ο Ρέμος στο Αβεντίνο, δύο διαφορετικές τοποθεσίες. Όταν η σελήνη σβήνει με το πρώτο φως της αυγής προβάλλει το πιο τέλειο προμήνυμα : ο αετός του Δία εμφανίζεται από τα αριστερά. Είναι το σημάδι της «Ολυμπιακής» βασιλικότητας χαρακτηριστικό της ηλιακής ράτσας που εκφράζεται καθαρά στους ήρωες ιδρυτές. Ενώ ο δίσκος του ήλιου αναδύεται προβάλουν με την σειρά δώδεκα γύπες. Ο Ρωμύλος τους βλέπει πρώτος και στέφεται βασιλιάς αρχιερέας και αρχηγός της νέας ράτσας.Σύμφωνα επίσης με τους Ρωμαϊκούς μύθους, ένας αετός ανήγγειλε στον Ταρκύνιο ότι θα ανέβαινε στο βασιλικό θρόνο. Οι Ετρούσκοι έστειλαν στους Ρωμαίους σαν δήλωση φιλίας, τα σύμβολα της βασιλείας, μεταξύ των οποίων ήταν και σκήπτρο που είχε πάνω αετό. Από τότε ο αετός έγινε το σπουδαιότερο σύμβολο της Ρώμης. Είναι περίφημοι οι αετοί που στόλιζαν τις σημαίες των Ρωμαίων. 

Ο Πλίνιος λέει ότι η Ρωμαϊκή λεγεώνα οδηγούνταν στην μάχη με πέντε σημαίες, που καθεμία είχε ως έμβλημα ένα ζώο, αετό, λύκο, μινώταυρο, άλογο και κάπρο. Ο Μάριος γύρω στο 100πΧ. κράτησε σαν μοναδικό σύμβολο τον αετό, ο οποίος έγινε έτσι το σύμβολο της Ρωμαϊκής λεγεώνας. Ο αετός (aquiIa στα λατ.) παριστάνοταν πάνω στις Ρωμαϊκές σημαίες με τα φτερά ανοιχτά, κρατώντας στα νύχια του τον κεραυνό. Ήταν το γενικό έμβλημα, η κύρια σημαία των Ρωμαίων. Οι σπείρες (manipuI) της λεγεώνας είχαν και άλλα ζώα, αλλά όλης της λεγεώνας σημαία ήταν ο αετός. Ο αετοφόρος (aquiIifer) , αυτός δηλ. που μετέφερε την σημαία ήταν και επικεφαλής όλης της λεγεώνας. Ο αετός διατηρήθηκε σαν στρατιωτικό σύμβολο και κατά την αυτοκρατορική περίοδο, και μέσα από αυτήν πέρασε στο Βυζάντιο, καθώς και στην Μεσαιωνική και νεότερη Ευρώπη.
Συχνές παραστάσεις αετών βρίσκουμε στη Ρώμη, βρίσκουμε σε καλλιτεχνικές συνθέσεις που απεικονίζουν αποθεώσεις αυτοκρατόρων. Είναι γνωστό πως οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες θεοποιούνταν μετά τον θάνατό τους, σύμφωνα με τα πρότυπα των μοναρχιών της ανατολής. Πίστευαν ότι κατά την καύση της σωρού τους η ψυχή τους σε σχήμα αετού πετούσε από την γη στον ουρανό ή τους μετέφεραν στον ουρανό κοντά στους άλλους θεούς δαίμονες με φτερά αετού ή ο ίδιος ο αετός. Η γνωστότερη από αυτές τις παραστάσεις βρίσκεται στα ανάγλυφα της στήλης του Αντωνίνου που παράγγειλε ο Μάρκος Αυρήλιος μετά τον θάνατο του προκατόχου του.(161μΧ). Παριστάνεται η αποθέωση του Αντωνίνου και της γυναίκας του Φαυστίνας την ώρα που ανεβαίνουν στον ουρανό πάνω στα φτερά ενός φτερωτού δαίμονα, ενώ δεξιά και αριστερά τους συνοδεύουν στον δρόμο προς την αθανασία δύο αετοί.
Κατά την εποχή του Καίσαρα οι αετοί φτιάχνονταν από καθαρό χρυσάφι. Ο lουλιανός αργότερα θα δει αυτόν τον αετό της Ρώμης να πετά προς την ανατολή και να κρύβεται στα ψηλότερα όρη του κόσμου για δύο χιλιετηρίδες. Ύστερα επιστρέφει στην δύση, κρατώντας ένα σύμβολο στα πόδια του. Το μαντείο του είπε πως η σοφία και η γνώση θα χανόταν για χρόνια από την δύση, και θα επέστρεφε από το Θιβέτ, που θα ‘ταν κρυμμένη για πολλούς αιώνες, ξανά μέσα στα πόδια του Αετού.

Στο Χριστιανισμό

Συμβολίζει το πνεύμα, την πνευματική προσπάθεια. Είναι ο φτερωτός Λόγος. Το να κοιτάει ο αετός τον ήλιο χωρίς να τuφλώνεται, παρομοιάζεται με τον Χριστό που ατενίζει την δόξα του Θεού. Πίστευαν ότι ο αετός ανανεώνει το φτέρωμά του πετώντας προς τον ήλιο και μετά βουτώντας στην θάλασσα, γι‘ αυτό και συμβόλιζε την ανάσταση και την νέα ζωή στο βάπτισμα. Επίσης αντιπροσωπεύει την έμπνευση των Ευαγγελίων, γι αυτό χρησιμοποιείται στο αναλόγιο. 
Το πιάσιμο του φιδιού στα νύχια του είναι η νίκη επάνω στην αμαρτία. Η δύναμη του αετού, ο χαρακτήρας του σαν φύλακας της φωτιάς, κρατώντας στα νύχια του τις φιδίσιες αστραπές εξηγεί την αφιέρωση αυτού στον μυητικότερο των Ευαγγελιστών τον Ιωάννη. Στην χριστιανική τέχνη συμβολίζει την ανάσταση του Χριστού. Η αναπαράσταση του αετού υπάρχει σε πάρα πολλά πρωτοχριστιανικά μνημεία, μαζί με το μονόγραμμα του Χριστού. Στην εκκλησία αετός λέγεται ένα στρογγυλό κομμάτι από ύφασμα όπου απεικονίζει ένα αετό με ανοιχτά φτερά πάνω από μία πόλη. Κατά την χειροτονία του νέου επισκόπου ο χειροτονούμενος λέει το «πιστεύω», πατώντας πάνω σε αυτό το ύφασμα.

Στη Λαογραφία

Σύμφωνα με τον Ν. Πολίτη ο αετός ήταν κάποτε άνθρωπος και βοσκούσε πρόβατο. Επειδή έχανε πολλά παρακάλεσε τον θεό να τον κάνει πουλί για να τους τρώει την καρδιά. Τον άκουσε ο θεός και από τότε αυτό κάνει, ορμάει πάνω τους. Για τον αετό λέγεται πως γεννάει μονάχα τρία αυγά και όταν βγουν από το τσόφλι τους τα αετόπουλα τα βάζει να κοιτάζουν τον ήλιο. Όσα δεν αντέχουν το φως τα γκρεμίζει από την φωλιά του, επειδή τα θεωρεί νόθα.
Στον Μεσαίωνα πίστευαν ότι όταν γερνούσε ο αετός ανέβαινε πολύ ψηλά και από εκεί έπεφτε με φόρα πάνω σε βράχο για να σπάσει το ράμφος του, το οποίο λόγω της ηλικίας κυρτώνει τόσο ώστε τον εμποδίζει να φάει Ύστερα πήγαινε και λουζόταν στην Αχερουσία λίμνη και μετά στεκόταν αντίκρυ στον ήλιο ώσπου έπεφταν τα λέπια από τα μάτια του και ξανάνιωνε «ανακαινίσθήσεται ως αετού η νεότης σου» (Δαβίδ). Παρομοιάζεται έτσι με τον Φοίνικα που ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του.
Ο λαός θαυμάζει τον αητό και τον καμαρώνει. Τον τραγουδά, όπως τραγουδά όλους τους μεγάλους στην λεβεντιά και στην αξιοσύνη. Πότε τον βάζει να παλεύει με τους αντρειωμένους, όπως το τραγούδι με τον Διγενή, όπου ο χάρος με ανθρώπινη μορφή δεν μπορεί να νικήσει τον Διγενή και μετατρέπεται σε αετό:
«Χρυσός αιτός εγίνηκε πάνω στην κεφαλή του
κι έσκαψε με το νύχι του να βγάλει την ψυχή του».
Πότε τον καμαρώνει καθώς τον βλέπει να σκίζει σαν αστραπή τους αιθέρες, να κυνηγά τα πουλιά και τα αγρίμια του βουνού:
«Απέ που κάθεσαι ψηλά στ' όρος το χιονισμένο
τρώεις το δρόσος του χιονιού, πίνεις νερό κατάκρυο
λαγό κι αν πιάσεις γεύεσαι, πέρδικα και δειπνας την ...».
Τέλος ο Όλυμπος το ψηλότερο βουνό καυχιέται για τον χρυσό αετό που έχει στην κορφή του.
«Έχω και τον χρυσό αετό, τον χρυσοπλουμισμένο
πάνω στην πέτρα κάθεται και με τον ήλιο λέγει
Ηλιε μ', δεν κρούς τ'αποταχύ, μον' κρούς το μεσημέρι
να ζεσταθούν τα νύχια μου τα νυχοπόδαρά μου;».
Από τους πανάρχαιους χρόνους θεωρήθηκε το πουλί των θεών και των βασιλιάδων. στην αρχαιότητα η εικόνα του συνδυαζόταν με θεούς και ήρωες, στο μεσαίωνα ήταν το σύμβολο των ιπποτών, και σαν πολεμικό έμβλημα οδήγησε στην μάχη μεγάλα έθνη. Στην μυθολογία είναι ο ήλιος.

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Ἕνα διαδεδομένο πάθος : Τό ψέμα



Ἀββᾶς Δωρόθεος
 «Εἰσί δέ τρεῖς διαφοραί ψεύδους· ἔστιν ὁ ψευδόμενος κατά διάνοιαν καί ἔστιν ὁ ἐν λόγῳ ψευδόμενος καί ἔστιν ὁ εἰς αὐτόν τόν βίον αὐτοῦ ψευδόμενος»   (ἀββᾶ Δωροθέου, Περί Ψεύδους, ΕΠΕ «Φιλοκαλία», τ. 12). 

Ὑπάρχουν τρεῖς γενικοί τρόποι γιά νά λέμε ψέματα καί νά εἴμαστε ψευδόμενοι, γράφει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος. 

α. Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι νά ψεύδεται κάποιος κατά διάνοια. Χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι ἡ ὑπόνοια καί ἡ καχυποψία. Αὐτός πού ἔχει καχυποψίες, ἐάν δεῖ κάποιον νά ὁμιλεῖ μέ ἕναν ἄλλο, ὑποπτεύεται πώς μιλοῦν γι' αὐτόν. Ἐάν διακόψουν τήν ὁμιλία, ὑποψιάζεται πώς διέκοψαν γι' αὐτόν. Ἡ καχυποψία, πού εἶναι μία μορφή ψεύδους, τόν κάνει νά μή λέγει τίποτε τό ἀληθινό, ἀλλά νά κατασκευάζει ὅλο ὑποθέσεις. Τά ἀποτελέσματα τῆς περιπτώσεως αὐτῆς εἶναι περιέργειες, κρυφακούσματα, καταλαλιές, κατακρίσεις καί μαλώματα. 

β. Ὁ δεύτερος τρόπος εἶναι νά ψευδόμαστε μέ τόν λόγο. Ἕνας πού εἶναι ψεύτης στά λόγια, προσπαθεῖ νά δικαιολογήσει τίς ἁμαρτίες του, τά πάθη του ἤ προσπαθεῖ νά ἐπιτύχει τοῦ σκοποῦ του μέ ψέματα. Τροποποιεῖ τίς κατηγορίες εἰς βάρος του μέ ψέματα. Λέγει ψέματα γιά νά ἐκπληρωθοῦν οἱ ἐπιθυμίες του. Ψεύδεται γιά νά ἐντυπωσιάσει, νά ἀποφύγει πολλές καταστάσεις ἤ γιά νά κερδίσει χρήματα καί ἀγαθά. Αὐτός πού λέγει ψέματα στά λόγια του, φτάνει στό σημεῖο νά μήν τόν πιστεύουν οἱ ἄλλοι, ἔστω καί ἄν λέγει ἀλήθεια. 

γ. Ὁ τρίτος τρόπος εἶναι ὅταν ψεύδεται κάποιος μέ τόν βίο του. Ἄλλη εἶναι ἡ πραγματική ζωή πού κάνει καί ἄλλη δείχνει νά κάνει. Εἶναι ἄσωτος, ἀλλά ἐμφανίζεται ἐγκρατής. Εἶναι πλεονέκτης καί ἐμφανίζεται ἐλεήμονας καί μιλᾶ μέ θέρμη γιά τήν ἐλεημοσύνη. Εἶναι ὑπερήφανος καί θαυμάζει τήν ταπεινοφροσύνη. Προβάλλει τήν ἀρετή ἤ γιά νά σκεπάσει τόν ἑαυτό του ἤ γιά νά τόν θαυμάζουν οἱ ἄλλοι. «Οὗτος οὐκ ἔστιν ἁπλοῦς ἄνθρωπος, ἀλλά διπλοῦς». Εἶναι διπλοπρόσωπος. Ἡ κατάσταση τῆς ὑποκρισίας συνδέεται στενά μέ τό ψεῦδος, καί μάλιστα μερικές φορές ἡ ὑποκρισία καί τό ψεῦδος ταυτίζονται. Τό πάθος τοῦ ψεύδους ὅλους μας ἔχει ἀκουμπήσει. Ἄλλος ψεύδεται ἐπειδή ἀποσκοπεῖ στό συμφέρον του, ἄλλος γιά τήν καλοπέρασή του, ἄλλος γιά τήν ἱκανοποίηση τῆς φιληδονίας του, ἄλλος γιά νά προξενήσει γέλιο καί εὐτραπελία, ἄλλος γιά νά ἐπιβουλευτεῖ τόν ἀδελφό του καί νά τόν κακοποιήσει· ὑπάρχουν πολλοί λόγοι γιά νά πεῖ κάποιος ψέματα. 

Ἀββᾶς Δωρόθεος

Τό ψέμα ὅμως, ὅπως μέ εὐκολία θριαμβεύει, ἔτσι καί μέ εὐκολία καταρρέει. Μπορεῖ κάποιος νά λέγει ἕνα σωρό λόγια πού μέσα σέ αὐτά κρύβεται μέ ἐπιμέλεια τό ψέμα, στό τέλος ὅμως δέν ἐπιτυγχάνει τίποτε. Πολλές φορές λέμε ψέματα γιά νά ἐπικρατήσουμε, ἀλλά τελικά τά ἴδια μας τά ψέματα μᾶς ἐκθέτουν καί μᾶς ρεζιλεύουν. Κατά κανόνα ὅσοι λέμε ψέματα ἀποδίδουμε στούς ἄλλους τά ἐλαττώματα τά δικά μας, ὅπως ἀκριβῶς κάνουν καί οἱ ἀνήθικες γυναῖκες, πού κατηγοροῦν τίς τίμιες ἀπό φόβο μήν τυχόν μιλήσουν. Ἐπίσης, γινόμαστε ἰδιαίτερα φορτικοί στούς ἄλλους ἤ ἀκόμη καί βίαιοι. Αὐτό φαίνεται καθαρά στήν περίπτωση τῆς καχυποψίας. Ὅποιος δηλαδή ἔχει ὑπόνοιες καί καχυποψία, βασανίζει τούς ἄλλους. Ἕνας σύζυγος πού ὑποψιάζεται τήν σύντροφό του, τήν βασανίζει, τήν βρίζει, τήν ἐξουθενώνει καί τήν κακοποιεῖ. Συμβαίνουν ὅλα αὐτά, ἐπειδή στό μυαλό του ἔχει πλάσει ψευδεῖς εἰκόνες ἤ ἔχει καταλήξει σέ ψευδῆ συμπεράσματα. 
Ἀκόμη ὑπάρχει καί ὁ μυθομανής. Λέγει ψέματα χωρίς νά ἐξυπηρετοῦν σέ τίποτε. Νομίζει ὅτι τόν καταδιώκουν, προφυλλάσσεται ἀπό ἄλλους χωρίς λόγο κ.ἄ. Ὁ μυθομανής μπορεῖ νά προκαλέσει στούς ἄλλους ἄσχημες καταστάσεις καί ἐνδέχεται ἐξ αἰτίας του, νά ἀποδίδονται σέ ἀνθρώπους ἀθώους κατηγορίες ἐντελῶς ἀνυπόστατες καί μή πραγματικές. Ἡ μυθομανία εἶναι ἕνα εἶδος διαστροφῆς. Αὐτό τό φοβερότατο πάθος, τό ὁποῖο δέν θεωροῦμε σπουδαῖο, ἀφοῦ μάλιστα βρίσκουμε καί δικαιολογίες πώς τάχα λέμε ψέματα γιά καλό, γιά νά προστατεύσουμε τούς ἄλλους, γιά νά σώσουμε μία οἰκογένεια, γιά νά προλάβουμε τυχόν μεγαλύτερες καταστροφές, ὀφείλουμε νά τό πολεμήσουμε. Ὅσοι συνηθίσαμε νά λέμε ψέματα, δέν σεβόμαστε οὔτε τόν ἑαυτό μας οὔτε τούς ἄλλους καί πολλές φορές τό πάθος αὐτό μᾶς ἐκθέτει στά μάτια τῶν ἄλλων, ἀλλά προπαντός μᾶς στερεῖ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. 

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Τουρισμός καί Μοναστήρια (Ἀνωνύμου Μοναχοῦ)


Είναι σε όλους γνωστό ότι ένα από τα δεδομένα που χαρακτηρίζουν τις ανθρώπινες μετακινήσεις τις τελευταίες δεκαετίες είναι η θεαματική αύξηση του τουρισμού. Πλήθη ανθρώπων πλέον, από πλούσιες και μη χώρες μετακινούνται σε κάθε γωνιά της γης, είτε για αναψυχή, είτε για να επισκεφθούν μνημεία, μουσεία, φυσικές ομορφιές και γενικά κάθε αξιοθέατο το οποίο μπορεί να προσελκύσει το ανθρώπινο ενδιαφέρον. Είναι επίσης γνωστό ότι πολλά από τα Ορθόδοξα μοναστήρια, ίσως τα περισσότερα, μπορούν να προσελκύσουν τουρίστες, είτε για τον πλούτο των κειμηλίων τους, είτε για τον συνδυασμό που δημιουργούν αυτά μέσα στο φυσικό περιβάλλον που ευρίσκονται, είτε ίσως για κάτι άλλο, εν πάση περιπτώσει τα μοναστήρια δεν περνούν απαρατήρητα από τα μάτια των τουριστών. Αναρωτιέται κανείς, πώς τα Ορθόδοξα μοναστήρια έγιναν τόσο όμορφα. Λογική απάντηση δεν υπάρχει. Θα μπορούσε απλά κανείς να πει ότι η ομορφιά αυτή αποτελεί ένα από τα ζωντανά θαύματα. Ο Θεός, η πηγή των τεχνών, των επιστημών και της σοφίας, φρόντισε ιδιαίτερα τους χώρους όπου μένουν οι εκλεκτοί Του. Χωρίς αρχιτέκτονες και σχέδια, απλά με θεία φώτιση, οι κατασκευαστές μοναχοί δημιούργησαν καταπληκτικές συνθέσεις, υπερβαίνοντας τους εαυτούς τους και τις δυνάμεις τους. Φτιάχτηκαν πανέμορφα κτίρια, μνημεία αρχιτεκτονικής, τα οποία και ταίριασαν υπέροχα στο φυσικό τους περιβάλλον, αγιογραφήθηκαν εξαιρετικές εικόνες, φιλοτεχνήθηκαν κειμήλια, πραγματικά κομψοτεχνήματα, στολίστηκαν χώροι, όλα με κόπο, υπομονή, μεράκι και προσευχή. Και το αποτέλεσμα: κάτι το υπερφυσικό, κάτι το επουράνιο. Κάτι που καθρεφτίζει την ψυχή αυτών που τα έφτιαξαν, την αγγελική μοναχική ψυχή, που ενώ πατά στη γη, ζει από τώρα τον Παράδεισο. Είναι φυσικό τα έργα αυτά πού έγιναν με τη χάρη του Θεού να προκαλούν θαυμασμό. Ποια όμως είναι η αποστολή τους, να προσελκύουν τα πλήθη των τουριστών; Η χάρη του Θεού στόλισε τα μοναστήρια και τα ασκηταριά για να γίνουν τουριστικά αξιοθέατα ή για να παρηγορούν τους μοναχούς και τους ερημίτες στη μοναξιά τους; Μάλλον το δεύτερο. Η ομορφιά των Ορθοδόξων μοναστηριών, αυτή η δωρεά του Θεού που δόθηκε σ' αυτούς που άφησαν τα πάντα και Τον ακολούθησαν, δεν είναι μόνο ένα δείγμα της ευαρέσκειάς Του για τη μοναχική ζωή, είναι και μία ένδειξη ότι οι χώροι αυτοί πρέπει να παραμείνουν όπως ξεκίνησαν, αναχωρητικοί, ησυχαστικοί, μοναχικοί, μακριά από τον θόρυβο και τον κόσμο. Είναι λίγοι αυτοί που κόβουν ένα τριαντάφυλλο για να το μυρίσουν. Δυστυχώς όμως είναι πολύ περισσότεροι αυτοί που θέλουν να καταστρέψουν τη γαλήνη της ερήμου για να την δείξουν. Είναι κρίμα. Η ομορφιά της ερήμου υπάρχει στη σιωπή της....

Η διείσδυση τον τουρισμού στα μοναστήρια και η επιχειρηματολογία της

 Δεκαοκτώ αιώνες κυλά συνεχώς η ζωή στα μοναστήρια, όσους και έχει ιστορία ο μοναχισμός. Και αυτή η συνεχής ζωή της ερήμου βρίσκει σήμερα μπροστά της έναν νέο εχθρό, αυτόν που φέρει το όνομα «τουριστική αξιοποίηση των μοναστηριών». Γράψαμε παραπάνω ότι είναι αντιδεοντολογικό να φέρουμε το θόρυβο σ' αυτούς που έφυγαν απ' αυτόν. Και όμως, κάποιοι απ' αυτούς (δηλ. τους μοναχούς) τελικά συνεργούν σ' αυτό. Καλό θα ήταν να μεταφέραμε την έρημο στον κόσμο, δυστυχώς όμως κάποιοι θέλουν να φέρουν τον κόσμο στην έρημο.... Η επιχειρηματολογία των θιασωτών αυτών (μοναχών δυστυχώς) της υποβαθμίσεως που λέγεται «τουριστική αξιοποίηση», είναι περίπου η έξης: 
«Είναι πια καιρός να εκσυγχρονισθούμε, να επισκευάσουμε τα κτίριά μας, να κτίσουμε νέες πτέρυγες, να μεγαλώσουμε τα κελιά μας, να βελτιώσουμε τον εξοπλισμό μας, να αναβαθμίσουμε τη ζωή μας γενικά». «Ας δώσουμε επιτέλους τη συγκατάθεση να έρθουν στο μοναστήρι και κάποιοι τουρίστες, να προβληθεί διεθνώς ο μοναχισμός και η Ορθοδοξία, να έρθουν στο ταμείο και κάποια έσοδα, χωρίς κόπο, χωρίς εργόχειρα και κήπους, χωρίς να χρειάζεται να περιμένουμε πλέον τις εισφορές των δωρητών και τα λοιπά έσοδα από τα σαρανταλείτουργα, τα μνημόσυνα και τις παρακλήσεις». «Ο τουρισμός θα λύσει τα προβλήματά μας και ποιος ξέρει, ίσως και κάποιοι από τους τουρίστες φωτισθούν». «Δεν χρειάζεται σχεδόν τίποτε, όλα είναι έτοιμα, ίσως λίγες ακόμη τουαλέτες, ίσως ένα fax ή μία σύνδεση με internet και όταν ο ηγούμενος και η γεροντεία της μονής δώσουν την απαραίτητη συγκατάθεση, όλα θα γίνουν τέλεια». Και για όσους έχουν επιφυλάξεις υπάρχουν οι καλοντυμένοι τουριστικοί μάνατζερ με τα πολλά χαμόγελα, οι οποίοι διαβεβαιώνουν τον καθένα για ότι θέλει να ακούσει και υπόσχονται ότι θα σεβασθούν τους μοναστηριακούς χώρους και τους κανόνες τους σαν «κόρη οφθαλμού». Και έτσι υφαίνεται ο ιστός αυτός της αράχνης, που αρχίζει με κάποιους φοβισμένους στην αρχή ξεναγούς που συνοδεύουν ντροπαλούς τουρίστες, οι οποίοι δειλά -δειλά αρχίζουν να επισκέπτονται τα μοναστήρια. Με την πάροδο του χρόνου τα μοναστήρια συμπεριλαμβάνονται πλέον στα εκδρομικά προγράμματα, οι φωτογραφίες τους βρίσκονται ήδη στα διαφημιστικά φυλλάδια των τουριστικών πρακτορείων και ταυτόχρονα αρχίζουν να εμφανίζονται και κάποιοι επαγγελματίες πέρα από τους τουριστικούς πράκτορες και ξεναγούς, οι οποίοι ζουν και αυτοί από όλη αυτή τη διαδικασία που ονομάζεται «τουριστική αξιοποίηση των μοναστηριών». Αυτοί συνήθως είναι εστιάτορες, ιδιοκτήτες καταστημάτων τουριστικών ειδών, μικροπωλητές, ταξιτζήδες, αγωγιάτες ή βαρκάρηδες, ξενοδόχοι, ενοικιαστές δωματίων και λοιποί. Και χωρίς καλά - καλά να το καταλάβουν, οι μοναχοί βρίσκονται περικυκλωμένοι, πέρα από τους τουρίστες και τους ξεναγούς και από τα συμφέροντα αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι ζουν πλέον από την μετατροπή των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα και κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται (οι μοναχοί) ότι δεν είναι και τόσο απλό να επανέλθουν τα πράγματα στην αρχική τους κατάσταση. Οι τουρίστες δε, με την πάροδο του χρόνου αρχίζουν να κάνουν θόρυβο, είναι μερικές φορές θρασείς ή ασεβείς κατά περίπτωση, κάνουν ανόητες ή ειρωνικές ερωτήσεις, αφήνουν υπονοούμενα και στην ουσία ούτε λαμβάνουν τίποτε ούτε προσφέρουν. Όταν δε οι μοναχοί προσπαθήσουν να τους βάλουν σε τάξη, τότε συνειδητοποιούν ότι η αιτία του κακού βρίσκεται δυστυχώς στους τουριστικούς μάνατζερ και τους ξεναγούς, οι οποίοι πολλές φορές είναι πολύ χειρότεροι από τους τουρίστες. Όσον αφορά δε τα έσοδα, αυτά όλως παραδόξως, είναι λιγότερα από αυτά που προσέφεραν πριν οι πατροπαράδοτοι προσκυνητές. Θα ήταν σωστό τη στιγμή που οι υπεύθυνοι των μοναστηριών καταλάβαιναν ότι άλλα περίμεναν και άλλα τελικά βρήκαν, να κάνουν μία στροφή 180 μοιρών και να επαναφέρουν τα πράγματα στην πρότερή τους κατάσταση, αν και αυτό δεν είναι πλέον απλό. Αν δε οι τουριστικοί αυτοί μάνατζερ είχαν κατορθώσει να τους αποσπάσουν και κάποιες υπογραφές σε συμβόλαια ή συμφωνητικά, η όλη απεμπλοκή είναι σαφώς δυσκολότερη. Υπάρχουν επίσης και τα «διαπλεκόμενα» συμφέροντα των επαγγελματιών που περιστοιχίζουν πλέον τα μοναστήρια, οι οποίοι θα μείνουν χωρίς δουλειά από τη στιγμή που οι μονές «απεμπλακούν» από τα «πλοκάμια» του τουρισμού. Καλό θα ήταν να μην είχε γίνει αρχή, αλλά όπως η θεραπεία ενός ασθενούς είναι καλύτερη από την εγκατάλειψή του, έτσι και η ανακοπή αυτής της καταστροφικής πορείας των μοναστηριών είναι καλύτερη από την άνευ όρων παράδοσή τους στα συμφέροντα των τουριστικών επιχειρηματιών.

 Ένα θέμα που τίθεται: η χρήση εισιτηρίου

 Και όμως, σε πολλές περιπτώσεις ο κατήφορος συνεχίζεται. Γράφτηκε προηγουμένως ότι τα έσοδα από τους τουρίστες είναι τελικά λιγότερα από αυτά που προσέφεραν πριν οι προσκυνητές, παρά το γεγονός ότι η αύξηση των εσόδων θεωρείτο αυτονόητη. Όντως, οι τουρίστες μη έχοντας «συνηθίσει» τα παγκάρια και τα κεριά, δεν προσφέρουν (από οικονομικής πλευράς) σχεδόν τίποτε, ή αν προσφέρουν κάτι αυτό είναι ελάχιστο. Επειδή όμως δεν θα είχαν αντίρρηση να πληρώσουν είσοδο (αν υπήρχε), κάποια στιγμή τίθεται και το θέμα της καθιερώσεως εισιτηρίου.
 Υπάρχει και γι’ αυτό επιχειρηματολογία:
 «Τα έσοδα πλέον θα είναι εξασφαλισμένα». «Αυτοί που πληρώνουν εισιτήριο είναι συνήθως σοβαροί και ευγενείς άνθρωποι, οι οποίοι σέβονται τον χώρο που επισκέπτονται και ουδέποτε δημιουργούν προβλήματα» και άλλα παρόμοια. Και όμως, «Έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης». Η καθιέρωση εισιτηρίου δεν είναι παρά η χαριστική βολή στα μοναστήρια που νοσούν από την ασθένεια του τουρισμού. Απλώς τα αποτελέσματα χρειάζονται λίγες δεκαετίες για να φανούν. Το θέμα της καθιερώσεως του εισιτηρίου δεν είναι καθόλου απλό. Πριν αποφασίσει κανείς την θέσπισή του, πρέπει να σκεφτεί τα έξης:
 Κατ' αρχάς η καθιέρωση εισιτηρίου δημιουργεί υποχρεώσεις απέναντι στους επισκέπτες, πολλές από τις οποίες είναι και ξένες ως προς την ιδιότητα των μοναχών. Το μοναστήρι ανεξάρτητα από τις δυνατότητές του οφείλει να δέχεται πλέον σχεδόν τους πάντες, να είναι καθαρό, να διαθέτει κοινόχρηστους χώρους, να ανέχεται και να σέβεται πλέον τους επισκέπτες του οι οποίοι πληρώνουν και δικαιούνται να έχουν απαιτήσεις. Οι τουρίστες ως πελάτες πλέον δικαιούνται να υποβάλλουν αδιάκριτες, ακόμη και ειρωνικές ερωτήσεις, ή να ρωτούν τα πιο απίθανα πράγματα, όπως: Γιατί δεν γράφει στην πόρτα του ιερού της εκκλησίας «Απαγορεύεται η είσοδος», γιατί δεν υπάρχει καλάθι αχρήστων (στην εκκλησία) για να πετάξουν τα κουτιά από τα φίλμ, γιατί να απαγορεύεται να μπει κανείς στον ναό με καπέλο ή με το αναψυκτικό του, γιατί να απαγορεύεται να μπει κανείς με το σκυλί του στο μοναστήρι, ή αφού απαγορεύεται γιατί δεν υπάρχει μελετημένος χώρος έξω απ' αυτό για να αφήσει κανείς το ζώο του με ασφάλεια και γενικά ακούει ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί είτε αυτό είναι λογικό είτε παράλογο. Από μία πλευρά όμως δικαιολογούνται, απλά δεν ξέρουν ότι τα μοναστήρια και οι εκκλησίες είναι θρησκευτικοί και προσκυνηματικοί χώροι που φτιάχτηκαν αποκλειστικά για τους πιστούς τους, για τους οποίους τα πράγματα είναι αυτονόητα.
 Το πρόβλημα βέβαια που δημιουργεί το εισιτήριο δεν σταματά στις ανόητες ερωτήσεις που υποβάλλονται πλέον δικαιωματικά, αλλά η μετατροπή των φιλοξενουμένων σε πελάτες δημιουργεί μία γενικότερη υποβάθμιση του κλίματος της ιερότητος του μοναστηριακού χώρου. Οι επισκέπτες πλέον απαιτούν αυτοί σεβασμό ή τουλάχιστον ανοχή και τελικά αποδεικνύεται ότι η καθιέρωση εισιτηρίου αντί να καλυτερεύσει, χειροτερεύει τα πράγματα. Η προτέρα σχέση κατά την οποία οι μοναχοί εδέχοντο τους επισκέπτες τους με το πνεύμα βέβαια της φιλοξενίας και της αγάπης, αλλά και ως νοικοκυραίοι του χώρου τους αντιστρέφεται και το μοναστήρι οφείλει πλέον να δέχεται σχεδόν τον καθένα, ανεξάρτητα αν θέλει και αν μπορεί.
 Το θέμα πρέπει να εξεταστεί και δεοντολογικά. Οι μοναστηριακοί χώροι ως προς την κανονική τους αποστολή, είναι χώροι που μπορούν να δέχονται προσκυνητές. Αυτοί δε είναι που με τις εισφορές τους προσέφεραν (και προσφέρουν) τα μέσα για να κτισθούν και να συντηρούνται τα μοναστήρια. Είναι σωστό να πληρώνουν εισιτήριο οι κτήτορες; Μήπως επίσης είναι σωστό να πληρώνει κανείς για να προσευχηθεί ή για να προσκυνήσει; Υπάρχουν ακόμη και αυτοί που δεν έχουν, δεν δικαιούνται να προσκυνήσουν; Υπάρχει τέλος και η παράδοση που θέλει τις εκκλησίες να συντηρούνται από τους πιστούς τους με εισφορές σαφώς προαιρετικές, αυτή θα καταργηθεί; Μήπως επίσης είναι εύκολο για τους μοναχούς, αν υπάρχουν ταυτόχρονα προσκυνητές και τουρίστες, να επιτρέπουν στους προσκυνητές να εισέρχονται δωρεάν, ζητώντας μόνο από τους τουρίστες εισιτήριο; Και αν οι τουρίστες πληρώνουν εισιτήριο, είναι δυνατόν να δίδεται προτεραιότητα εισόδου στους προσκυνητές; Πρέπει επίσης να λεχθεί και το εξής: Αναπόφευκτα κάποια στιγμή η πολιτεία ή άλλοι τουριστικοί οργανισμοί να θέσουν ένα αμείλικτο ερώτημα: «Ποιοι είσαστε εσείς οι μοναχοί που εκμεταλλεύεσθε αυτά τα πανέμορφα μέρη;» Η πρόχειρη απάντηση που κάποιοι θα δώσουν ότι: «Εμείς (οι μοναχοί) που βρισκόμαστε σήμερα στα μοναστήρια είμαστε οι διάδοχοι αυτών που τα έκτισαν», δεν θα είναι και τόσο πειστική, γιατί αυτόματα μετά το πρώτο ερώτημα θα τεθεί και ένα δεύτερο: «Τι σχέση έχετε εσείς μ' αυτούς;» (δηλαδή αυτοί που τα έκτισαν είχαν βάλει εισιτήριο όπως εσείς;) Δεν σημαίνει βέβαια ότι η μετατροπή αυτή των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα με εισιτήριο ή μη, συνεπάγεται και την άμεση απώλειά τους. Η απώλεια θα γίνει έμμεσα, απλά η καθιέρωση εισιτηρίου παραδίδει και τυπικά τα μοναστήρια στους επισκέπτες τους και ανοίγει περισσότερο την όρεξη σε δημόσιους ή ιδιωτικούς τουριστικούς οργανισμούς να τα κατασπαράξουν. Σε Ορθόδοξα όμως μοναστήρια που βρίσκονται εκτός Ελλάδος, η καθιέρωση εισιτηρίου μπορεί να προκαλέσει ακόμη και την άμεση κρατικοποίησή τους (και φυσικά την απώλειά τους).

Οι καταστροφικές συνέπειες της ολοκληρωτικής μετατροπής των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα

Ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη εισιτηρίου (το οποίο όπως γράψαμε προσθέτει προβλήματα), από τη στιγμή που ένα μοναστήρι κατακλύζεται από τουρίστες χάνει σιγά - σιγά την ταυτότητά του. Σύντομα ο χώρος θυμίζει οτιδήποτε άλλο παρά μοναστήρι, η πνευματικότητα χάνεται και οι μοναχοί γίνονται όλο και πιο χαλαροί στον αγώνα τους, σε σημείο να διερωτάται κανείς γιατί εγκατέλειψαν τον κόσμο....Όσοι δε θα προσπαθήσουν τότε να περισώσουν ότι μπορούν, θα φαίνονται προς τα έξω σαν «οπισθοδρομικοί φανατικοί» που εμποδίζουν την «τουριστική ανάπτυξη». Δεν θα είναι βέβαια και τόσο εύκολο τότε, για τους παλαιούς μοναχούς που εγκαταβιώνουν σε μοναστήρια τα οποία σιγά - σιγά μετατρέπονται σε τουριστικά αξιοθέατα να τα εγκαταλείψουν, μη συμφωνώντας σε όλη αυτή την μετατροπή. Αυτό όμως που σίγουρα θα συμβεί, είναι ότι δεν θα βρεθούν νέοι να τους αντικαταστήσουν, γιατί αυτοί που θα εγκαταλείπουν τότε τον κόσμο, θα κατευθύνονται πλέον σε άλλους χώρους με περισσότερη πνευματικότητα και λιγότερο θόρυβο. Οπότε αυτό που δεν θα γίνει άμεσα θα γίνει έμμεσα, τα μοναστήρια δηλαδή που θα μετατραπούν σε τουριστικά αξιοθέατα μέσα σε λίγες δεκαετίες θα μείνουν χωρίς μοναχούς, μιας και κανείς πλέον δεν θα πηγαίνει να μονάσει σ' αυτά, έστω κι αν οι τουρίστες συνεχίσουν να τα επισκέπτονται και οι επαγγελματίες που τα περιστοιχίζουν και ζουν από τον τουρισμό παραμείνουν στις θέσεις τους. Το ερώτημα βέβαια δεν είναι αν αυτά (τα μοναστήρια δηλαδή), περάσουν τότε στα χέρια δημοσίων ή ιδιωτικών τουριστικών οργανισμών, ή αν θα νοικιαστούν από ιδιώτες, ή αν θα συνεχίσουν τέλος να υφίστανται, τυπικά μόνο σαν μοναστήρια (με έναν ή δύο μοναχούς), στην υπηρεσία όμως του τουρισμού. Το ερώτημα θα είναι, γιατί οι μοναχοί δεν σταμάτησαν, όταν μπορούσαν, αυτή την καταστροφή; Γενικά, οι μοναχοί που θέλουν να φέρουν τους τουρίστες στα μοναστήρια τους μοιάζουν με τους ξυλοκόπους που πριονίζουν ένα κλαδί, καθήμενοι όμως πάνω σ' αυτό, και πρόκειται φυσικά να γκρεμιστούν μαζί με αυτό, όταν τελικά το κόψουν....

Πρέπει να δέχονται τουρίστες τα μοναστήρια;

 Ίσως αυτά που γράφτηκαν μέχρι τώρα να φαίνονται υπερβολικά, δεν είναι όμως. Απλά περιγράφεται η ολοκληρωτική καταστροφή που συντελείται στα μοναστήρια όταν αυτά παραδίδονται άνευ όρων στα σχέδια των επιχειρηματιών του τουρισμού, οι οποίοι μετατρέποντάς τα σε τουριστικά αξιοθέατα, τα οδηγούν τελικά σε καταστροφή. Αυτό που συνήθως συμβαίνει στην πράξη είναι να βλέπει κανείς μερικούς μοναχούς να επιδιώκουν, ή τουλάχιστον να μην αποθαρρύνουν την προσέλευση και κάποιων τουριστών, υποτιμώντας τις αρνητικές συνέπειες αυτής της επιλογής. Σίγουρα, η μερική μετατροπή των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα δεν συνεπάγεται και την ερήμωσή τους, αλλά αυτό το οποίο επίσης είναι σίγουρο, είναι ότι αυτή η μετατροπή δεν θα τα ωφελήσει σε τίποτε, αντίθετα θα τα βλάψει, έστω και αν η βλάβη αυτή δεν σημαίνει και την καταστροφή τους. Δηλαδή, δεν θα πρέπει να δέχονται τουρίστες τα μοναστήρια; Το θέμα τίθεται ως εξής: Σχεδόν όλα τα μοναστήρια, σε κάποιο βαθμό δέχονται προσκυνητές. 
Αν παρεμπιπτόντως έλθουν και κάποιοι τουρίστες, εφ' όσον δεν αλλοιώνουν το όλο μοναστηριακό κλίμα και ο αριθμός τους είναι σχετικά μικρός, ούτως ώστε να μην δυσκολεύουν την λειτουργία των μοναστηριών, τα μοναστήρια μπορούν να τους δεχθούν. Εδώ όμως χρειάζεται προσοχή. Κάθε μοναστήρι έχει μία συγκεκριμένη δυναμικότητα να δεχθεί επισκέπτες. Και αυτή η δυναμικότητα υπάρχει για να δέχεται ως επί το πλείστον προσκυνητές, ή έστω και λίγους τουρίστες, στους οποίους όμως υπάρχει και κάποια προοπτική ιεραποστολής. Το να δέχεται όμως άσχετους ανθρώπους οι οποίοι δεν λαμβάνουν τίποτε το πνευματικό και δυσκολεύουν ταυτόχρονα τη ζωή του μοναστηριού και τους μοναχούς, είναι ζημιά για το μοναστήρι. Δεν υπάρχουν τα μοναστήρια για τον τουρισμό. Αν δε ο αριθμός των ασχέτων αυτών επισκεπτών απορροφά όλη την δυναμικότητα υποδοχής του μοναστηρίου σε κόσμο, τότε, πέρα από την εκ των έσω καταστροφή του όλου μοναστηριακού κλίματος, δυσχεραίνεται και η είσοδος στο μοναστήρι των πραγματικών προσκυνητών, καθώς και κάποιων σοβαρών τουριστών, οι οποίοι έχουν ένα ειλικρινές ενδιαφέρον να γνωρίσουν κάποια πράγματα για την Ορθοδοξία. Δεν γράφονται αυτές οι γραμμές για να απαντήσουν στο ερώτημα αν τα μοναστήρια πρέπει ή δεν πρέπει να έχουν ιεραποστολικό χαρακτήρα, ή αν πρέπει να λειτουργούν και ως προσκυνήματα. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να υπηρετηθεί ο αμπελώνας του Κυρίου μας από τους μοναχούς, φτάνει όμως ό,τι γίνεται να γίνεται με διάκριση. Σήμερα, σχεδόν όλα τα Ορθόδοξα μοναστήρια είναι ανοιχτά και δέχονται στο βαθμό που μπορούν αυτούς που τα επισκέπτονται, είτε γιατί είναι προσκυνήματα, είτε γιατί ο χαρακτήρας τους περιλαμβάνει και την ιεραποστολή. Είναι γνωστή η πνευματική ωφέλεια που συντελείται ένεκα της υπάρξεως των μοναστηριών. Είναι επίσης γνωστό πόσοι εξ αιτίας μιας επισκέψεως σε κάποιο μοναστήρι εξομολογήθηκαν, βαπτίστηκαν (αν δεν ήσαν Ορθόδοξοι) και γενικά πόσοι οδηγήθηκαν και οδηγούνται στην σωτηρία τους μέσω των μοναστηριών. Αυτό ακριβώς το έργο σταματά με το να κατακλύζονται τα μοναστήρια από άσχετους ανθρώπους (αυτούς που τα θεωρούν αξιοθέατα), οι οποίοι, όχι μόνο δεν λαμβάνουν τίποτε, αλλά εμποδίζουν και την επίσκεψη αυτών που πραγματικά «στέλνει ο Θεός». Θα μπορούσε να λεχθεί ότι: «ο τουρισμός κλέβει την δυναμικότητα ιεραποστολής των μοναστηριών». Και είναι θλιβερό το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις αυτούς τους άσχετους επισκέπτες που με την παρουσία τους δυσχεραίνουν το ιεραποστολικό έργο των μοναστηριών, τους ελκύουν κάποιοι μοναχοί. Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει με τους συνειδητοποιημένους μοναχούς, οι οποίοι ουδέποτε ενθαρρύνουν την προσέλευση τουριστών ή επισκεπτών στα μοναστήρια, εφόσον δεν υπάρχει κάποια ιεραποστολική προοπτική, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι και τους απαγορεύουν τελείως την είσοδο. Διαβάζει κανείς στον Ευεργετινό ότι αν κάποιος μπει σ' ένα αρωματοπωλείο, κι αν ακόμα δεν αγοράσει κάτι, θα βγει αρωματισμένος. Έτσι γίνεται και μ' αυτόν που επισκέπτεται τους πνευματικούς πατέρες. Λαμβάνει ωφέλεια από την επίσκεψή του αυτή. (Ευεργ. τόμ. Α' κεφ. ΙΗ' § 14). Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και με τα πνευματικά μοναστήρια. Αυτός που τα επισκέπτεται, θέλει - δεν θέλει, θα πάρει λίγο (πνευματικό) άρωμα. Αυτό είναι αλήθεια. Αν όμως σ' ένα αρωματοπωλείο μπει ένα κοπάδι πρόβατα, τότε τι θα γίνει; Η απάντηση είναι απλή: Θα μυρίσει το αρωματοπωλείο....

Είναι η υποδοχή των τουριστών ιεραποστολή;

 Γράψαμε και προηγουμένως ότι υπάρχει δυστυχώς και μία μερίδα από κάποιους μοναχούς, οι οποίοι ενθαρρύνουν την προσέλευση (στα μοναστήρια φυσικά) των τουριστών, καθώς και των επισκεπτών που θεωρούν τους μοναστηριακούς χώρους αξιοθέατα. Αυτή μάλιστα την προσέλευση των τουριστών και των ασχέτων επισκεπτών (η οποία μόνο προβλήματα δημιουργεί), την βαφτίζουν «ιεραποστολή». Χρησιμοποιούν δε και γραφικά χωρία για να στηρίξουν τη γνώμη τους, όπως τη ρήση του Κυρίου μας: «Τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω» (Ιωάν. ΣΤ' 37) καθώς και άλλα. Και όμως, κατά κανόνα, η Χριστιανική διδασκαλία απευθύνεται σ' αυτούς που την αναζητούν, βρίσκει δε ανταπόκριση μόνον, εφ' όσον υπάρχει ενδιαφέρον και καλή προαίρεση. Όταν ο Κύριός μας μιλούσε στην Καπερναούμ, στο σπίτι όπου εθεράπευσε τον παραλυτικό, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο: «ευθέως συνήχθησαν πολλοί» (Μάρκ. Β' 2). «Συνήχθησαν» σημαίνει μαζεύτηκαν, δηλαδή αυτοί που πήγαν εκεί, πήγαν με δική τους πρωτοβουλία. Επίσης, όταν ο Απόστολος Παύλος ευρίσκετο επί διετία στη Ρώμη «απεδέχετο πάντας τους εισπορευομένους προς αυτόν» (Πράξ. ΚΗ' 30), εδέχετο δηλαδή όλους εκείνους που τον επεσκέπτοντο, αυτοί όμως που τον επεσκέπτοντο, «οι εισπορευόμενοι», τον αναζητούσαν προφανώς οι ίδιοι και τον συναντούσαν επειδή οι ίδιοι το ήθελαν. Τον αναζητούσαν δηλαδή αυτοί, δεν τους αναζητούσε. Βλέπουμε δηλαδή και στα παραπάνω χωρία, αλλά και όπου αλλού ανατρέξουμε, ότι στην Ευαγγελική διδασκαλία τίποτε δεν γίνεται χωρίς την διάθεση και την συμμετοχή του ακροατή. Και όμως, κάποιοι αναζητούν τουρίστες τους οποίους ελκύουν στα μοναστήρια τους, δήθεν για να τους κηρύξουν την Ορθοδοξία (τουλάχιστον έτσι λένε), χωρίς όμως να τους απασχολεί αν αυτοί (οι τουρίστες) έχουν την παραμικρή διάθεση γι’ αυτό.... Δηλαδή, δεν πρέπει να γίνεται ιεραποστολή σε ανθρώπους που βρίσκονται μακριά από το Θεό;
 Εφ' όσον οι ίδιοι δεν ενδιαφέρονται, μάλλον όχι.
 Ο Κύριός μας στην επί του Όρους ομιλία Του είναι σαφής: «Μη δότε το άγιον τοις κυσί μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών, έμπροσθεν των χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αυτούς εν τοις ποσίν αυτών και στραφέντες ρήξωσιν υμάς» (Ματθ. Ζ', 6). Πολλά σχόλια δεν χρειάζονται. Με κύνες και χοίρους παρομοιάζονται και οι μακριά από το Θεό άνθρωποι, χωρίς διάθεση μετανοίας. Δηλαδή τα Άγια της πίστεώς μας και τα πολύτιμα μαργαριτάρια της Χριστιανικής διδασκαλίας, δεν πρέπει να δίδονται σε ανθρώπους μακριά από το Θεό, όταν αυτοί δεν έχουν το απαραίτητο ενδιαφέρον και την απαιτούμενη καλή προαίρεση, όχι μόνο επειδή θα τα καταπατήσουν, αλλά και γιατί στο τέλος θα στραφούν εναντίον αυτών που κάνουν αυτή την χωρίς διάκριση ιεραποστολή και θα τους βλάψουν. Το να χρησιμοποιούνται λοιπόν γραφικά χωρία για να δικαιολογηθεί η μετατροπή των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα, με όλες τις καταστροφικές συνέπειες που ακολουθούν αυτή την μετατροπή και να βαφτίζεται ως «ιεραποστολή» η προσέλκυση στα μοναστήρια τουριστών χωρίς κανένα ενδιαφέρον για κάτι το πνευματικό και μάλιστα η προσέλκυση αυτή να γίνεται με μέσα, όπως διαφημιστικές καμπάνιες, γνωριμίες με πρακτορεία τουρισμού και άλλα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά διαστρέβλωση του Ευαγγελικού νόμου.

Η έννοια των λέξεων μοναχός και μοναστήρι και η υποδοχή προσκυνητών και τουριστών

 Έχει ήδη γραφτεί ότι όλα τα μοναστήρια είναι ανοιχτά και δέχονται (στο βαθμό που μπορούν) αυτούς που τα επισκέπτονται, είτε επειδή είναι προσκυνήματα, είτε για λόγους ιεραποστολικούς. Παρ' όλο όμως το θόρυβο που δημιουργεί όλη αυτή η κίνηση των επισκεπτών στα μοναστήρια, σχεδόν κάθε μοναστηριακός χώρος σε σχέση με τον έξω κόσμο είναι μια μικρή όαση γαλήνης και ηρεμίας, ένας χώρος όπου αισθάνεται κανείς έστω και ελαφρά, κάτι από το άρωμα της ερήμου. Ίσως κάποιοι πιστεύουν ότι τα μοναστήρια μένουν ανοιχτά και δέχονται κοσμικούς γι’ αυτά που τους προσφέρουν. Υπάρχει βέβαια μία μικρή δόση αλήθειας σ' αυτό, ο πραγματικός όμως λόγος που κρατά ένα μοναστήρι ανοιχτό είναι η αγάπη των μοναχών για τους κοσμικούς, η διάθεση να τους βοηθήσουν στον αγώνα για τη σωτηρία τους έστω και με τις προσευχές τους και ίσως μία ενδόμυχη επιθυμία τους να μεταδώσουν κάτι απ' αυτά που βιώνουν.
 Άλλωστε, κάθε συνειδητοποιημένος μοναχός γνωρίζει ότι το μόνο που μπορεί να πάρει από τους κοσμικούς (δεν μιλάμε βέβαια για τα υλικά), είναι ο μισθός από μία πιθανή πνευματική ωφέλειά τους. Ίσως βέβαια εισπράξει και αυτός κάποιες προσευχές. Πέρα όμως από την υποδοχή κάποιων προσκυνητών ή επισκεπτών με μία προοπτική ιεραποστολής, κάτι που δεν είναι παρά μία εξαίρεση, κάτι σαν μία οικονομία (εφ' όσον δεν αλλοιώνεται το όλο μοναστηριακό κλίμα), η μετατροπή των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα και η υποδοχή πλήθους επισκεπτών χωρίς κανένα ενδιαφέρον για κάτι το πνευματικό, δεν είναι πλέον εξαίρεση αλλά ισοπέδωση. Είναι μία ισοπέδωση, η οποία εκτός των άλλων προσκρούει και στην έννοια του μοναχού και του μοναστηριού. Αν προσπαθήσει κανείς να ετυμολογήσει τις λέξεις «μοναχός» και «μοναστήρι», θα ανατρέξει στο ρήμα μονάζω που σημαίνει ζω μόνος μου, απομονώνομαι. Και «μοναχοί» φυσικά είναι αυτοί που ζουν (τουλάχιστον σύμφωνα με την έννοια), απομονωμένοι από τον κόσμο, μόνοι τους ή σε ομάδες. Ο χώρος δε όπου ζουν οι «μοναχοί», αυτοί δηλαδή οι οποίοι υποτίθεται ότι ζουν απομονωμένοι από τον κόσμο, λέγεται «μοναστήρι». Τώρα τι σχέση μπορεί να έχει η έννοια του μοναχού και του μοναστηρίου με την υποδοχή του πλήθους αυτού των τουριστών, οι οποίοι θεωρούν τα μοναστήρια αξιοθέατα, την απάντηση ας την δώσει κανείς μόνος του. Πολλές φορές τα δύσκολα προβλήματα λύνονται με τον ορισμό: Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός.

«Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός» (Ματθ. Ζ', 14)

 Αρκετές φορές, όταν επισκέπτεται κανείς κάποια από τα Ορθόδοξα μοναστήρια, συναντά στη μετάβασή του αυτή κάποιες φυσικές δυσκολίες. Άλλοτε ο αμαξωτός δρόμος δεν φτάνει μέχρι το μοναστήρι, άλλοτε φτάνει αλλά είναι επικίνδυνος ή κατεστραμμένος, άλλοτε είναι στενός (και δεν μπορούν να περάσουν λ.χ. τα πούλμαν), άλλοτε συμβαίνει κάτι άλλο κ.λ.π. Κάτι το οποίο επίσης είναι αξιοπρόσεκτο, είναι ότι η μετάβαση στα μοναστήρια τα οποία διατηρούν κάποια πνευματικότητα σπάνια γίνεται χωρίς δυσκολία. Αναρωτιέται κανείς αν το γεγονός είναι σύμπτωση ή θεία οικονομία. Και φυσικά τίθεται το ερώτημα αν πρέπει οι δυσκολίες αυτές να απαλειφθούν. Γράφτηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο ότι το κάθε μοναστήρι έχει μία συγκεκριμένη δυναμικότητα υποδοχής επισκεπτών. Και αυτή η δυναμικότητα βέβαια υπάρχει για την υποδοχή προσκυνητών ή έστω επισκεπτών με μία ιεραποστολική προοπτική, εφ' όσον το μοναστήρι είναι προσκύνημα, ή ο χαρακτήρας του περιλαμβάνει και την ιεραποστολή. Δηλαδή το κάθε μοναστήρι πέρα από το γεγονός ότι πρέπει να κρατά μακριά του αυτούς οι οποίοι είναι εκτός του όλου μοναστηριακού κλίματος, οφείλει κατ' αρχάς να περιορίζει (όσο μπορεί) την προσέλευση των επισκεπτών οι οποίοι προσέρχονται χωρίς ιδιαίτερο λόγο, καταλαμβάνουν όμως το χώρο και απασχολούν άσκοπα τους διακονητές (έστω και αν δεν δημιουργούν κάποια ιδιαίτερα προβλήματα). Οφείλει επίσης, να κρατά τον αριθμό των προσκυνητών και των επισκεπτών (αυτών που ενδιαφέρονται όντως για κάτι πνευματικό), σε τέτοια επίπεδα, ούτως ώστε οι μοναχοί να είναι σε θέση να τους εξυπηρετούν. Και πάνω σ' αυτό το σοβαρότατο θέμα, δηλαδή το «πόσοι» και «ποιοι» θα είναι τελικά ευπρόσδεκτοι στο μοναστήρι, η λύση δίνεται πολλές φορές με έναν απλούστατο τρόπο, ο οποίος δεν είναι άλλος παρά η δυσκολία στη μετάβαση. Έτσι, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, αλλά και δίχως οι μοναχοί να γίνονται κακοί με τον κόσμο, μένουν μακριά από τα μοναστήρια οι ανεπιθύμητοι επισκέπτες, καθώς και οι υπεράριθμοι προσκυνητές. Η δυσκολία στη μετάβαση δηλαδή, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το φυσικό «φίλτρο», το οποίο προστατεύει τελικά το κάθε μοναστήρι, από αυτούς τους οποίους αυτό δεν θέλει ή δεν μπορεί να δεχθεί. Όταν από μια μηχανή αφαιρέσουμε το φίλτρο, τότε τι συμβαίνει; Συνήθως πηγαίνουν άχρηστα πράγματα στον κινητήρα και η μηχανή παθαίνει βλάβη. Έτσι, αν από τα μοναστήρια αφαιρέσουμε το «φίλτρο», δηλαδή την δυσκολία στην μετάβαση, τότε τι πρόκειται να συμβεί; Και αυτά φυσικά (τα μοναστήρια δηλαδή) θα πάθουν .... «βλάβη». Μόνο που η «βλάβη» θα είναι πνευματική.... Δεν γράφονται βέβαια αυτές οι γραμμές, για να αποτρέψουν την επισκευή, ή διαπλάτυνση, ή έστω και προέκταση των δρόμων (ή των μονοπατιών) που οδηγούν στα μοναστήρια. Γράφονται απλώς γιατί πρέπει να επισημανθεί ότι η κάθε ενέργεια που αφορά την απάλειψη των δυσκολιών οι οποίες συναντώνται στη μετάβαση στα μοναστήρια, καθώς και η οποιαδήποτε μεταβολή του συγκοινωνιακού καθεστώτος εκάστου μοναστηριακού χώρου, πρέπει να γίνονται (στις περιπτώσεις φυσικά που αυτό κρίνεται σκόπιμο), με πολλή περίσκεψη.

Η τουριστική διείσδυση και οι σχέσεις με τους περιοίκους

 Εκτός των προηγουμένων, κάτι το οποίο θα πρέπει επίσης να γνωρίζουν οι μοναχοί πριν αρχίσουν να δέχονται έστω και δοκιμαστικά τους τουρίστες στους χώρους τους, είναι και το εξής: Σχεδόν όλα τα μοναστήρια απολαμβάνουν κάποιου σεβασμού στον τόπο όπου ευρίσκονται, είναι δηλαδή κάτι σαν τους «άρχοντες» της περιοχής τους. Οι περίοικοι πέρα από το γεγονός ότι τα σέβονται, προστατεύουν συνήθως τις περιουσίες τους και θέλουν να απολαμβάνουν της ευνοίας του κάθε ηγουμένου καθώς και των μοναχών. Πολλοί δε απ' αυτούς συνεργάζονται με διαφόρους τρόπους με τα μοναστήρια και κάποιοι ίσως εργάζονται και σ' αυτά. Όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν πριν ο τουρισμός κάνει την εμφάνισή του. Από τη στιγμή που ένα μοναστήρι αρχίσει σιγά - σιγά να δέχεται τουρίστες και να μετατρέπεται σταδιακά σε τουριστικό αξιοθέατο, αφ' ενός κάποιοι από τους περιοίκους θα αρχίσουν να ασχολούνται με δραστηριότητες σχετικές με τους τουρίστες που επισκέπτονται το χώρο, αφ' ετέρου όλοι σχεδόν οι γείτονες του μοναστηριού θα αναζητούν και αυτοί τρόπους για να ωφεληθούν οικονομικά από την τουριστική «αναβάθμιση» της περιοχής τους. Το ενδιαφέρον των περιοίκων θα στραφεί τότε στους τουριστικούς επιχειρηματίες και τους ξεναγούς, οι οποίοι θα αποτελούν πλέον την νέα πηγή των εισοδημάτων γι’ αυτούς, αυτά δε τα οποία προηγουμένως κέρδιζαν όσοι εργάζοντο στο μοναστήρι ή έστω συνεργάζοντο με αυτό, θα θεωρούνται πενιχρά. Το μόνο που θα ενδιαφέρει πλέον τους περιοίκους θα είναι η μεγαλύτερη δυνατή οικονομική ωφέλειά τους και κανένα δεν θα απασχολεί το γεγονός ότι το μοναστήρι είναι ένας ιερός χώρος ησυχίας και προσευχής, ο οποίος έχει και αυτός τους κανόνες του. Όταν δε κάποια στιγμή, το μοναστήρι θα προσπαθήσει να βάλει και κάποιο φρένο στην τουριστική αυτή υποβάθμιση, προσπαθώντας να περισώσει ό,τι μπορεί από την ιερότητα του χώρου του, τότε οι περισσότεροι από τους περιοίκους θα στραφούν εναντίον του, γιατί θα θεωρηθεί εμπόδιο στην «αξιοποίηση» της περιοχής τους και αιτία για να θίγονται τα συμφέροντά τους. Ο ηγούμενος και οι λοιποί μοναχοί θα γίνουν τότε τουλάχιστον ανεπιθύμητοι αν όχι μισητοί στον τόπο όπου πριν ήσαν άρχοντες και οι γείτονες οι οποίοι προηγουμένως τους εσέβοντο και τους τιμούσαν θα γίνουν εχθροί τους και θα αρχίσουν πλέον να επιβουλεύονται όχι μόνο αυτούς αλλά και το μοναστήρι. Θα μπορούσαν φυσικά οι μοναχοί να αφήσουν το μοναστήρι να μετατραπεί ολοκληρωτικά σε τουριστικό αξιοθέατο και να οδηγηθεί στη σίγουρη διάλυσή του, για να μη θιγούν τα συμφέροντα των περιοίκων, αλλά αυτό δεν είναι λύση. Απλά πρέπει να γνωρίζουν καλά οι μοναχοί ότι μόνο αν κρατηθούν μακριά από τον τουρισμό, πέρα από το γεγονός ότι θα περισώσουν τα μοναστήρια τους, θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν και του σεβασμού των γειτόνων τους.

Η τουριστική διείσδυση και η οικονομική πραγματικότητα

 Το κείμενο αυτό, αγαπητοί, γράφεται για να επισημάνει τις αρνητικές επιπτώσεις της διεισδύσεως του τουρισμού στα μοναστήρια, οπότε καλό θα είναι να μην μένουν αναπάντητα τα επιχειρήματα των θιασωτών της μετατροπής αυτής των μοναστηριακών χώρων σε τουριστικά αξιοθέατα, ούτε να δημιουργούνται ψευδαισθήσεις επί του θέματος, ειδικά πάνω σε ανύποπτους μοναχούς. Η πρώτη ψευδαίσθηση η οποία καλλιεργείται είναι ότι οι τουρίστες θα προσφέρουν περισσότερα από αυτά που προσφέρουν οι προσκυνητές, ενώ αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα (όπως άλλωστε έχει ήδη γραφτεί στην αρχή), είναι εντελώς το αντίθετο. Οι τουρίστες δηλαδή προσφέρουν στα μοναστήρια ελάχιστα σε σχέση με τους προσκυνητές, παρά το γεγονός ότι η οικονομική τους κατάσταση θεωρητικά είναι καλύτερη, διότι πολλοί από τους τουρίστες δεν είναι ορθόδοξοι χριστιανοί. 

Όταν εισφέρει κανείς κάτι σ' ένα μοναστήρι, αισθάνεται ότι το προσφέρει στον Άγιο (ή την Αγία) του μοναστηριακού χώρου, από τον οποίο και ελπίζει να λάβει κάτι όπως: ευλογία, προστασία, επίλυση των προβλημάτων κ.λ.π. Συμβαίνει επίσης να δίδονται (από τους προσκυνητές βέβαια), χρηματικές εισφορές για μνημόνευση ονομάτων στην προσκομιδή, μνημόσυνα, παρακλήσεις, προσευχές κ.λ.π., πράγματα τα οποία σχετίζονται μόνον με τους Ορθοδόξους και ούτε καν αφορούν τους τουρίστες. Υπάρχει τέλος και το άναμμα του κεριού, το οποίο επίσης δεν αφορά τους τουρίστες. Γενικά, οι τουρίστες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να εισφέρουν αυτά που προσφέρουν οι προσκυνητές. Απλώς κάποιοι απ' αυτούς αισθάνονται μία σχετική υποχρέωση για τη φιλοξενία (όταν υπάρχει), την οποία και ανταποδίδουν (όχι βέβαια πάντα) με κάποιες προαιρετικές χρηματικές εισφορές (Donations).... Όταν όμως τα μοναστήρια μετατραπούν σε αξιοθέατα, τότε ο αριθμός των τουριστών αυξάνεται υπερβολικά, οπότε αφ' ενός μεν η παραμονή των επισκεπτών αυτών στο μοναστήρι διαρκεί πολύ λίγο λόγω της μεγάλης πιέσεως που υπάρχει στο χρόνο, αφ' ετέρου, επειδή, η όλη παρουσία του πλήθους αυτού των τουριστών δυσκολεύει αρκετά τη ζωή των μοναχών, η υποδοχή γίνεται με μία σχετική δυσαρέσκεια (η οποία φυσικά δεν κρύβεται)...

Μία επισήμανση

 Επειδή αναφερόμαστε στα οικονομικά, θα ήταν παράλειψη αν δεν επισημάνουμε και το εξής: Στο παρελθόν οι μοναχοί συντηρούντο με εργόχειρα, κήπους, κτηνοτροφία, ενοικιοστάσια κ.λ.π., ενώ σήμερα η συντήρηση των μοναστηριών γίνεται πλέον από αυτά που προσφέρουν οι προσκυνητές, τα οποία συνήθως είναι αρκετά για την κάλυψη των βασικών τουλάχιστον αναγκών των μοναχών. Και τα έσοδα αυτά, πέρα από τον συνήθη οβολό του κεριού, είναι και οι χρηματικές εισφορές για μνημόνευση ονομάτων στην προσκομιδή, εισφορές για μνημόσυνα, για παρακλήσεις, ίσως και για προσωπικές προσευχές, οπότε τα ίδια τα έσοδα γίνονται αιτία να συντελούνται στο μοναστήρι λειτουργίες, άλλες ιεροτελεστίες, προσευχές κ.λ.π. Έτσι, οι χρηματικές αυτές εισφορές κάνουν τους μοναχούς να λειτουργούνται συχνότερα, να συμμετέχουν σε διάφορες ακολουθίες, να μνημονεύουν ονόματα, να προσεύχονται προσωπικά για τρίτους κ.λ.π., δηλαδή να δραστηριοποιούνται πάνω στην ιδιότητά τους και τελικά να ωφελούνται και οι ίδιοι πνευματικά. Αντίθετα, τα έσοδα που εισπράττονται από τα μοναστήρια, τα οποία σιγά - σιγά μετατρέπονται σε τουριστικά αξιοθέατα, γίνονται αιτία οι μοναχοί να συναναστρέφονται διαρκώς με τους τουρίστες, από τους οποίους ούτε λαμβάνουν τίποτε (πνευματικό), ούτε προσφέρουν. Η διαρκής όμως αυτή συναναστροφή κάνει τους μοναχούς να χάνουν σιγά - σιγά την ταυτότητά τους και σταδιακά να εκκοσμικεύονται. Δηλαδή, όταν τα μοναστήρια λειτουργούν και συντηρούνται με τον πατροπαράδοτο τρόπο, ακόμη και τα έσοδα ωθούν τους μοναχούς να προσεγγίζουν την ταυτότητα του αληθινού μοναχού, ενώ όταν αυτά λειτουργούν ως τουριστικά αξιοθέατα, τα ίδια τα έσοδα τους κάνουν κοσμικούς.

Η υποχρέωση απέναντι στους προαπελθόντες πατέρες

 Δεν θα είναι επίσης σωστό να παραλειφθεί και η αναφορά στην υποχρέωση της κάθε γενεάς μοναχών απέναντι στους προαπελθόντες πατέρες της μονής. Είναι σε όλους γνωστό ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, πέρα από την φροντίδα για την σωτηρία των ζώντων, δεν αδιαφορεί και για την συμπαθή τάξη των κεκοιμημένων μελών της. Εκεί όμως όπου δίδεται ιδιαίτερη φροντίδα για τους κεκοιμημένους είναι τα μοναστήρια. Συγκεκριμένα, γι' αυτούς οι οποίοι κατά το παρελθόν υπηρέτησαν σ' αυτά, γίνονται από τους ζώντες αδελφούς της μονής ειδικά μνημόσυνα, τρισάγια, ατομικές προσευχές κ.λ.π., πέρα από την συνεχή μνημόνευση στην προσκομιδή. Δεν είναι της στιγμής να γραφεί τι προσφέρουν στις ψυχές των κεκοιμημένων η μνημόνευση στην προσκομιδή, τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, οι προσευχές κ.λ.π., απλώς αυτό που θα πρέπει να λεχθεί είναι ότι οι μοναχοί, έστω και κεκοιμημένοι διατηρούν την ελπίδα, φτάνει να συνεχίζεται η μοναχική ζωή εκεί όπου υπηρέτησαν. 
Γράφτηκε προηγουμένως (και αναλύθηκε) ότι η μετατροπή των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα γίνεται αιτία να μην προσέρχονται σ' αυτά νέοι μοναχοί, οπότε με την πάροδο των χρόνων στα μοναστήρια αυτά θα δημιουργηθεί φυσικά λειψανδρία και στη συνέχεια θα επέλθει η ερήμωσή τους. Εδώ απλώς θα πρέπει να επισημανθεί ότι καλό θα είναι οι μοναχοί, αυτοί βέβαια οι οποίοι είναι θιασώτες της μετατροπής των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα, να αναλογισθούν ότι καταστρέφοντας τα μοναστήρια τους, πέρα από το γεγονός ότι αυτό δεν θα ευαρεστούσε τους προστάτες Αγίους της κάθε μονής (για να μην πούμε ότι θα προκαλούσε την οργή τους), θα γίνουν αιτία να σταματήσει προφανώς και κάθε μνημόνευση των προαπελθόντων πατέρων (της μονής), μιας και δεν θα υπάρχουν πλέον μοναχοί στο μοναστήρι. Αντίθετα, αυτοί οι οποίοι θα αγωνισθούν να διατηρηθεί η μοναχική ζωή στους χώρους τους, θα συνοδεύονται, εκτός από τη χάρη των Αγίων της μονής (μιας και θα συντελέσουν να παραμείνουν σε ζωή τα μοναστήρια που τους τιμούν), θα συνοδεύονται επίσης και με τις ευχές των προαπελθόντων κεκοιμημένων πατέρων που υπηρέτησαν στο μοναστήρι, γιατί θα γίνονται αιτία να συνεχίζεται η μνημόνευσή τους. Όταν δε και αυτοί (όσοι δηλαδή συνετέλεσαν στη διατήρηση της μοναχικής ζωής στους χώρους τους) απέλθουν από τη ζωή, θα λαμβάνουν με τη σειρά τους αυτά που προσέφεραν, δηλαδή ανάπαυση από τη μνημόνευση που θα κάνουν οι μεταγενέστεροι γι' αυτούς.

Η ευθύνη των μοναχών απέναντι στα μοναστήρια (Επίλογος)

 Θα νόμιζε κανείς σύμφωνα με τα γραφόμενα ότι ο μοναχισμός αντιτίθεται στην τουριστική ανάπτυξη. Κάθε άλλο. Απλώς δεν πρέπει στο βωμό αυτής της «αναπτύξεως» να καταστρέψουμε τα μοναστήρια. Αν θέλουμε να διατηρηθεί ο μοναχισμός στο μέλλον στους ίδιους χώρους όπου και σήμερα βιώνεται, θα πρέπει τα μοναστήρια να λειτουργήσουν ανεξάρτητα από τον τουρισμό. Υπάρχουν άλλωστε πολλά μέρη να δουν οι τουρίστες, ας αφήσουμε τα πράγματα στην κανονική τους τάξη, τα αξιοθέατα για τους τουρίστες και τα μοναστήρια για τους προσκυνητές. Αν πάλι θελήσουμε να προβληθεί ο Ορθόδοξος μοναχισμός και στους τουρίστες, θα μπορούσαν αφ’ ενός να επιλεγούν εγκαταλελειμμένα μοναστήρια τα οποία και να λειτουργήσουν ως μουσειακοί χώροι, αφ’ ετέρου να επιλεγούν και κάποια από τα έργα τέχνης τα οποία σήμερα βρίσκονται και κοσμούν τα μοναστήρια και να εκτεθούν (τα ίδια ή αντίγραφά τους) σε ειδικά μουσεία. Τελικά όμως, έστω και αν υπάρχουν λύσεις, ή τουριστική διείσδυση δεν πρόκειται να ανακοπεί εντελώς, οπότε η μετατροπή κάποιων μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα πρέπει να θεωρείται γεγονός. Ο μοναχισμός βέβαια δεν πρόκειται να εξαλειφθεί, απλώς (όπως άλλωστε ήδη γράφτηκε), τα μοναστήρια που θα μετατραπούν σε αξιοθέατα σιγά - σιγά θα ερημώνουν και αυτοί που θα θέλουν να αφιερωθούν (ως μοναχοί) στο Θεό, θα κατευθύνονται σε χώρους με περισσότερη ησυχία και χωρίς τουρίστες.... Γιατί όμως; Υπάρχει λόγος να σβήσει η μοναχική ζωή στους χώρους όπου εδώ και αιώνες ακμάζει και οι επόμενες γενιές μοναχών να οδηγηθούν σε άλλους; Υπάρχει λόγος να ερημώσουν τα πανέμορφα Ορθόδοξα μοναστήρια, έστω και αν κτισθούν αλλού άλλα, ή μήπως τα καινούρια θα γίνουν καλύτερα από τα παλιά; Κανένα έργο τέχνης δεν μπορεί κανείς να το αντικαταστήσει. Το περισσότερο που μπορεί να κάνει είναι να το διατηρήσει. Μπορεί επίσης και να το καταστρέψει ή να το εγκαταλείψει και να καταστραφεί από μόνο του. Τα περισσότερα από τα σημερινά μοναστήρια είναι κάτι παραπάνω από έργα τέχνης. Περιέχονται άλλωστε και πολλά έργα τέχνης σ' αυτά. Εκτός όμως από τα αντικείμενα τέχνης, τα ίδια τα μοναστήρια είναι μνημεία τέχνης. Έχουν σπάνια αρχιτεκτονική, υπάρχει στο κάθε τι μία αισθητική, έχουν ταιριάσει υπέροχα στο φυσικό περιβάλλον όπου ευρίσκονται και πολλά άλλα. Αυτό όμως που κάνει τα Ορθόδοξα μοναστήρια να ξεχωρίζουν και να υπερέχουν από κάθε άλλο αξιοθαύμαστο οικοδόμημα είναι η πλούσια χάρη που τα περιβάλλει. Είναι η ιδιαίτερη χάρη που περιβάλλει τόπους που προστατεύουν Άγιοι, τόπους όπου υπάρχουν Άγια λείψανα, θαυματουργές εικόνες, ιερά κειμήλια και συχνά τάφοι Αγίων.
 Είναι επίσης η χάρη που περιβάλλει τόπους όπου έζησαν και πέθαναν οσιακά δεκάδες ίσως και εκατοντάδες ανώνυμοι μοναχοί, οι οποίοι ευαρέστησαν το Θεό και ευλογούν και αυτοί φυσικά τον τόπο της αθλήσεώς τους. Είναι τέλος η χάρη που περιβάλλει τόπους όπου και σήμερα διαβιώνουν και αγωνίζονται κάποιοι μοναχοί με καθημερινές ακολουθίες, νηστείες, αγρυπνίες, καθημερινή διακονία, προσωπικές προσευχές κ.λ.π. Σε μερικά άλλωστε απ' αυτά έζησαν και επώνυμοι Άγιοι της Εκκλησίας μας, οπότε η ευλογία εκεί είναι μεγαλύτερη. Τα σημεία επίσης όπου κτίστηκαν δεν τα διάλεξαν άνθρωποι, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις η υπόδειξη ήταν Θεία. Αν ένα έργο τέχνης δεν μπορεί να αντικατασταθεί, είναι δυνατόν να αντικατασταθούν ή να μεταφερθούν τα μοναστήρια; Το μόνο που μπορεί να μεταφερθεί είναι οι μοναχοί, τα υπόλοιπα που υπάρχουν σ' αυτά θα μείνουν, θα εγκαταλειφθούν, θα χαθούν.... Αν δε τα μοναστήρια περάσουν στα χέρια κάποιων δημοσίων (ή ιδιωτικών) τουριστικών οργανισμών ή ακόμη και ιδιωτών, αυτά που θα συμβούν με τα Άγια λείψανα και τα άλλα ιερά κειμήλια καλό θα είναι να μην τα γράψει κανείς.... Το περισσότερο λοιπόν που μπορούν να κάνουν οι σημερινοί μοναχοί είναι να διατηρήσουν στη ζωή τους μοναστηριακούς χώρους που βιώνουν. Μπορούν επίσης να τους οδηγήσουν στην ερήμωση, οπότε να τους καταστρέψουν. Σε καμία όμως περίπτωση δεν θα μπορέσουν να φτιάξουν άλλους σαν αυτούς. Ας ελπίσουμε ότι η κάθε γενιά μοναχών θα αναλάβει τις ευθύνες της απέναντι στα μοναστήρια όπου εγκαταβιώνει, θα τα κρατήσει μακριά από τον τουρισμό και θα κάνει ό,τι μπορεί για να τα διατηρήσει στη ζωή, ούτως ώστε να συνεχίζεται και στο μέλλον η μοναχική ζωή στα πανέμορφα και ευλογημένα μέρη όπου και σήμερα βιώνεται.

 Τέλος
 Και τω Θεώ Δόξα.






ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2007