Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Γιατί ἀγαπητό μου παιδί..;



"Ὅτι ὁ πατήρ μου καὶ ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με,
ὁ δὲ Κύριος προσελάβετό με"
(
Ψαλμὸς κστ΄10).
Γιατί ἀγαπητό μου παιδί μέ ξέχασες; Γιατί μέ ἀποστρέφεσαι; Τί σοῦ ἔχω κάνει; Ποῦ ἔφταιξα καί δέν μοῦ μιλᾶς πιά; Γιατί ἀπομακρύνεσαι ἀπό κοντά μου;

Μήν ψάχνεις γιά νά βρεῖς τήν εὐτυχία! Γιατί ἄν πραγματικά ἤθελες νά εἶσαι εὐτυχισμένος δέν θά ἔφευγες ποτέ ἀπό κοντά μου! Θά βάδιζες ὅλη τη ζωή σου στό πλάι μου!

Κι ὅταν ἔπεφτες, δέν θά μέ ἀπέφευγες τρομαγμένος καί μέ μίσος, ἀλλά θά ζητοῦσες μέ δάκρυα στά μάτια νά σέ σηκώσω!

Κι ἐγώ πολυαγαπημένο μου παιδί πώς νά σοῦ ἀρνιόμουν κάτι τέτοιο! Ὁ ἀληθινός πατέρας ποτέ δέν ἐγκαταλείπει τά παιδιά του! Καί σοῦ τό ἔδειξα ἀμέτρητες φορές! Ἀλλά ἐσύ δέν ἤθελες νά μέ δεῖς καί νά μέ ἀκούσεις!

Σέ κάθε δύσκολη στιγμή σου, ἐγώ στεκόμουν πλάι σου περιμένοντας μία σου κουβέντα νά σπεύσω πρός βοήθειά σου, ἀλλά ἐσύ ἀντί νά μέ φωνάξεις, μέ κατηγοροῦσες καί μοῦ ἔριχνες τήν εὐθύνη τῆς πτώσης σου!

Ἄλλες φορές, λές πώς μ’ ἀγαπᾶς, ἀλλά οἱ πράξεις σου ἀποδεικνύουν τό ἀκριβῶς ἀντίθετο! Δέν μέ θέλεις στή ζωή σου καί μέ ἀπομακρύνεις ἀπό αὐτήν! Νομίζεις πώς σοῦ ζητάω πολλά καί δύσκολα! Ἀλλά δέν σκέφτεσαι τί θά κερδίσεις ἄν τά κάνεις πράξη! Ἄλλωστε, ὅταν ἀγαπᾶς κάποιον πραγματικά κάνεις ὅτι σοῦ ζητήσει δίχως νά ἐξετάσεις ἄν εἶναι δύσκολο ἤ ὄχι!

Μά, σέ παρακαλῶ ἀγαπητό μου παιδί, ὅταν σκέφτεσαι πώς σοῦ ζητῶ πολλά καί δύσκολα, σκέψου πώς κάποτε ζήτησα ἀπό τόν Υἱό μου νά ἔρθει κοντά σου γιά νά σέ βοηθήσει, κι Ἐκεῖνος ἦρθε!

Καί κάποιοι Τόν εἶπαν βλάσφημο καί Τόν ἐδίωξαν, Τόν αἰχμαλώτισαν, Τόν χτύπησαν, Τόν βασάνισαν καί τελικά Τόν σταύρωσαν! Κι ὅλα αὐτά γιά σένα! 

Γιά πές μου τώρα ἀγαπητό μου παιδί, ἄν αὐτά πού ζητάω ἀπό ἐσένα εἶναι πολλά καί δύσκολα..!

Γιατί νά φεύγουμε μακρυά ἀπό τόν Χριστό μας..; Γιατί..;;




Οἱ Ἅγιοι Σταμάτιος καὶ Ἰωάννης οἱ Νεομάρτυρες οἱ αὐτάδελφοι καὶ ὁ συνοδίτης αὐτῶν Νικόλαος (ἑορτάζουν 3 Φεβρουαρίου)

Οἱ Ἅγιοι Σταμάτιος καὶ Ἰωάννης
 οἱ Νεομάρτυρες οἱ αὐτάδελφοι καὶ ὁ συνοδίτης αὐτῶν Νικόλαος 

Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες Σταμάτιος, Ἰωάννης καὶ Νικόλαος κατάγονταν ἀπὸ τὶς Σπέτσες καὶ μαρτήρησαν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ στὴ Χῖο, τὸ ἔτος 1822 μ.Χ. Ἀπὸ αὐτοὺς οἱ δύο πρῶτοι, ὁ Σταμάτιος καὶ ὁ Ἰωάννης, ἤσαν ἀδελφοί. Ὁ πατέρας τοὺς ὀνομαζόταν Θεόδωρος Γκίνης καὶ ἡ μητέρα τοὺς Ἀνέζω.
Κατὰ τὸ ἔτος 1822 μ.Χ. οἱ Ἅγιοι ξεκίνησαν τὸ ταξίδι τους γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη μαζὶ μὲ ἄλλους πέντε ναυτικούς, ποὺ ἀσχολοῦνταν μὲ τὸ ἐμπόριο, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ συναθλητὴς αὐτῶν Νικόλαος. Ἡ σφοδρὴ θαλασσοταραχὴ τοὺς ἀνάγκασε νὰ προσαράξουν ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Χῖο, σὲ παραλία τῆς Μικρασιατικῆς γῆς ποὺ ὀνομαζόταν Τσεσμέ. Ἀφοῦ ἐξῆλθαν στὴν ξηρά, φοβούμενοι τοὺς Τούρκους, ἐμπιστεύτηκαν τὴν ζωὴ τους σὲ κάποιον Χριστιανό, τὸν ὁποῖο παρακάλεσαν νὰ μεριμνήσει, δίδοντάς του ἀμοιβὴ γιὰ τὴν ἐξεύρεση ὑλικῶν, προκειμένου νὰ ἐπισκευάσουν τὰ χαλασμένο πλοιάριό τους. Ὅμως αὐτὸς τοὺς πρόδωσε στὸν ἀγᾶ καὶ ὁδήγησε ἐναντίων τους, τοὺς Τούρκους στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι τοὺς κατεδίωξαν. Ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ οἱ δύο φονεύθηκαν, ἄλλοι δὲ δύο ἔφυγαν διὰ θαλάσσης. Οἱ Ὀθωμανοί, ἐξαγριωμένοι, συνέλαβαν τοὺς δύο ἀδελφούς, Σταμάτιο καὶ Ἰωάννη καὶ τὸν γέροντα πλοίαρχο Νικόλαο. Ὁ πασᾶς, ἀφοῦ τοὺς ἀνέκρινε, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φυλακίσουν τοὺς δύο ἀδελφοὺς καὶ νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸ Νικόλαο στὴν ἐκτὸς τοῦ κάστρου πεδιάδα.
Οἱ Τοῦρκοι προέτρεπαν τὸ Νικόλαο νὰ ἀλλαξοπιστήσει, γιὰ νὰ γλυτώσει τὸν θάνατο καὶ νὰ κερδίσει τὴν ζωή, ἐκεῖνος ὅμως ἀπάντησε μὲ θάρρος ὅτι δὲν ἀρνεῖται τὴν πίστη του. Ἔτσι, ὀμολογώντας τὸν Χριστό, δέχθηκε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ.
  Ἅγιος  Σταμάτιος
Οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν νὰ ἐξισλαμίσουν καὶ τοὺς δύο ἀδελφούς. Παρὰ τὶς μεθοδικὲς καὶ ἐπίμονες προσπάθειες αὐτῶν, ἐπὶ ἑπτὰ συνεχεῖς ἡμέρες, δὲν κατάφεραν τίποτε. Οἱ Μάρτυρες βρῆκαν τὴν εὐκαιρία καὶ ἀπέστειλαν κρυφὰ ἔγγραφη τὴν ἐξομολόγησή τους πρὸς τὸν Μητροπολίτη Χίου, ὁ ὁποῖος τοὺς ἔδωσε τὴν εὐλογία του, γιὰ νὰ προχωρήσουν πρὸς τὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία. Κοινωνήσαντες δὲ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, τῶν ὁποίων τὴν ἀποστολὴ οἰκονόμησε ὁ Ἐπίσκοπος διὰ γυναικὸς, ἦσαν ἕτοιμοι γιὰ τὴν μεγάλη θυσία. Προσαχθέντες ἐνώπιον τοῦ πασᾶ, διεκήρυξαν καὶ πάλι τὴν ἀκλόνητη πίστη τους στὸν Χριστὸ καὶ πορευόμενοι πρὸς τὸ μαρτύριο φώναξαν πρὸς τὸ πλῆθος: «Χριστιανοὶ εἴμεθα, γιὰ τὸν Χριστὸ πηγαίνουμε στὸν θάνατο». Ἔτσι δέχθηκαν τοὺς στέφανους τοῦ μαρτυρίου, ἀποκεφαλισθέντες, ὁ μὲν νεομάρτυρας Σταμάτιος σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν, ὁ δὲ νεομάρτυρας Ἰωάννης σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’
Νομίμως ἀθλήσαντες, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, παμμάκαρ Σταμάτιε, σὺν Ἰωάννῃ ὁμοῦ, αὐτάδελφοι ἔνδοξοι, σύναθλον δὲ ἐν πᾶσι, τὸν Νικόλαον σχόντες, δόξης τῆς τῶν Μαρτύρων, ἠξιώθητε ἅμα, πρεσβεύοντες τῇ Τριάδι, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’
Οἱ στερροὶ αὐτάδελφοι, μιᾷ ἀθλήσαντες γνώμῃ, ὁ κλεινὸς Σταμάτιος, σὺν Ἰωάννῃ ἐνθέως, τέτμηνται, σὺν Νικολάῳ, τῷ ὁμοψύχῳ, χαίροντες αὐτῶν τὰς  κάρας πίστει Κυρίου· διὰ τοῦτο μαρτυρίου, τὸ θεῖον γέρας θεόθεν ἔλαβον.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις αὐταδέλφων ἡ ξυνωρίς, Ἰωάννη μάκαρ, καὶ Σταμάτιε καρτερέ, σὺν τῷ Νικολάῳ, ὑμῶν τῷ συνοδίτῃ, Σπετςῶν οἱ πολιοῦχοι, Χίου σεμνώματα.

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Οἱ Ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες (ἑορτάζουν 30 Ἰανουαρίου)


Φωστήρες και φωτοδότες της θεολογίας και  της παιδείας
Η σημερινή ημέρα είναι αφιερωμένη σε τρεις μεγάλους Πατέρες και Ιεράρχες της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για τη γιορτή των Τριών Ιεραρχών, του Μεγάλου Βασιλείου, του ιερού Χρυσοστόμου και του Γρηγορίου του Θεολόγου. Η Εκκλησία τους ονομάζει «φωστήρες της τρισηλίου θεότητος». Και η ελληνική Παιδεία τιμά τους εμπνευστές και προστάτες της σύνθεσης της ελληνικής σοφίας με τη θεία Αποκάλυψη του ευαγγελικού λόγου. Μια σύνθεση που άρχισε ήδη από τους μαθητές και αποστόλους του Κυρίου, με μια θαυμάσια ελληνιστική παιδεία, και έφτασε στην αποκορύφωση με τους μεγάλους πατέρες και διδασκάλους του τετάρτου αιώνα μ.Χ. Ο οικουμενικός Ελληνισμός συναντάται με την οικουμενικότητα του Χριστιανισμού. Τίθεται όμως το ερώτημα, γιατί η Εκκλησία επέλεξε αυτούς τους συγκεκριμένους τρεις Ιεράρχες από μια χορεία μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της πίστεως μας; Θεωρούνται αυτοί ως οι σημαντικότεροι και οι μοναδικοί, ή παρουσιάζουν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που χρειάζεται σήμερα να επισημάνουμε και να τα προβάλουμε προς πνευματική ωφέλεια και οικοδομή όλων μας;Γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία πως υπήρξε ένας μεγάλος αριθμός κορυφαίων πατέρων και σοφών διδασκάλων που δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των Τριών Ιεραρχών της σημερινής εορτής.Και όμως η Εκκλησία και η Παιδεία επέλεξε μόνο αυτούς τους τρεις γνωστούς μας Ιεράρχες. Φαίνεται, πως κριτήριο της επιλογής τους δεν ήταν ούτε η μοναδική θεολογική προσφορά τους ούτε η ανεπανάληπτη ποιμαντική διακονία τους. Ακόμη κριτήριο δεν ήταν ούτε η ποιότητα της αγιότητας τους ούτε  η μοναδικότητα του μαρτυρικού τέλους τους. Το κριτήριο βρίσκεται, σε μια μοναδική ιδιαιτερότητα του καθενός από τους τρεις, που μόνο στη σύνθεση και στην ενότητα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους σηματοδοτείται το νόημα της σημερινής εορτής, ως ημέρας των Γραμμάτων και της ελληνικής Παιδείας.
1. Ανάγκη ασκητικού ήθους ζωής
Ο Μέγας Βασίλειος είναι γνωστό ότι ανέπτυξε ένα τεράστιο κοινωνικό έργο. Το σημερινό κοινωνικό σύστημα με τα διάφορα ιδρύματα περίθαλψης έχει τις ρίζες του στη Βασιλειάδα του Μεγάλου Βασιλείου, μια καταπληκτική κοινωνική οργάνωση ιδρυμάτων για τους πάσχοντες, τους φτωχούς και τους αδύναμους της ζωής. Παράλληλα, όμως, ο Μέγας Βασίλειος θεωρείται και μέγιστος στη θεσμοθέτηση κανόνων οργάνωσης της μοναχικής πολιτείας. Μέχρι την εποχή του υπήρχε ένας ιδιότυπος αναχωρητικός μοναχισμός. Σε πολλές δε περιπτώσεις ο μοναχισμός αυτός λειτουργούσε αυθαίρετα, χωρίς κανόνες, χωρίς έλεγχο και ασφαλώς χωρίς υπακοή και υποταγή στην πνευματική καθοδήγηση κάποιου Γέροντα. Αυτόν τον ιδιότυπο και αυθαίρετο τρόπο ατομικής και προσωπικής βίωσης του μοναχικού ιδεώδους θέλησε ο Μέγας Βασίλειος να τον ελέγξει και να τον περιορίσει με τη θεσμοθέτηση ενός οργανωμένου κοινοβιακού συστήματος και με την ενσωμάτωση των μοναχών, σε μοναστικές κοινότητες υπό τον άμεσο έλεγχο της τοπικής εκκλησιαστικής ηγεσίας. Κατόρθωσε με άλλα λόγια την εκκλησιοποίηση του μοναχισμού και αναχωρητισμού. Και αυτή ήταν μια προσφορά προς την Εκκλησία υψίστης σημασίας στο θεωρητικό και πρακτικό τομέα. Ένας μοναχισμός αυτονομημένος και αποκομμένος από το σώμα της Εκκλησίας αποτελεί μέγιστο κίνδυνο και παρεκκλίνει προς εκκλησιολογική αίρεση, όχι μόνο εξαιτίας των ενεργειών διαφοροποίησης από την εκκλησιαστική ηγεσία, αλλά κυρίως εξαιτίας τον ζηλωτικών τάσεων που αναπτύσσονται στους χώρους αυτούς. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ο μοναχισμός ασφαλώς και αποτελεί μια βασική και ουσιώδη μορφή ζωής, βίωσης της πίστεως. Έρχεται ως συνέχεια της πιστότητας και της συνέπειας των Μαρτύρων της πρώτης Εκκλησίας. Γι’ αυτό ο μοναχισμός είναι ουσιαστικά μορφή μαρτυρίου και εσχατολογική βίωση της ιστορίας. Μ’ αυτή την έννοια ο μοναχισμός δεν εκφράζει το σύνολο του λαού του Θεού. Είναι μια επιμέρους λειτουργία της εκκλησιαστικής ζωής και «εκ μέρους» γνώση και βίωση της πίστεως. Υπ’ αυτή την έννοια, ο μοναχισμός ουσιαστικά καταξιώνεται κυρίως ως μορφή μαρτυρίου, παρά ως μορφή βίωσης της πίστεως και λιγότερο ως μορφή ποιμαντικής διακονίας. Πέρα, όμως, από την εσχατολογική αυτή προοπτική, υπάρχει για τους πιστούς και η καθημερινή βίωση της πίστεως μέσα στην ιστορία. Ο μοναχισμός επισημαίνει σε όλους μας και την ασκητική θεώρηση της ιστορίας. Και αυτή είναι μια βασική παράμετρος της πίστεως και της ζωής. Στη δε περίπτωση της συμβολής του Μεγάλου Βασιλείου έχουμε μια θαυμαστή σύνθεση του ιστορικού και εσχατολογικού στοιχείου, με την παράλληλη σύνθεση κοινωνικών αξιών και ασκητικής προσέγγισης της ζωής. Ούτε άκρατος ακτιβισμός ούτε άκριτος εγκρατισμός και θεωρητικός βίος.
2. Ανάγκη ποιότητος ζωής στο χριστιανικό βίωμα
Ο ιερός Χρυσόστομος βίωσε κατά τρόπο απόλυτα ασκητικό και μαρτυρικό το αρχιερατικό του αξίωμα. Απόλυτος στις πνευματικές πεποιθήσεις του και ασυμβίβαστος στις προκλήσεις της κοσμικής εξουσίας. Από τα τριανταπέντε χρόνια της αρχιερατείας του τα δεκαέξι τα πέρασε στην εξορία, διωκόμενος όχι μόνο από τους κοσμικούς άρχοντες αλλά και από τους εκκλησιαστικούς παράγοντες. Ο ιερός Χρυσόστομος, μοναχικός και ασκητικός, μαρτυρικός στις επιλογές του και φιλάνθρωπος στις εκτιμήσεις του για τους άλλους, αναδείχθηκε συγχρόνως κι ένας θαυμάσιος κοινωνικός αναμορφωτής. Και μόνο το γεγονός, ότι αναδείχθηκε στην εποχή του και θεωρείται σήμερα από εμάς ο μεγάλος θεολόγος και ποιμένας του γάμου και του έρωτα, με μια βαθιά μάλιστα και απέραντα φιλάνθρωπη κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων του έγγαμου και συζυγικού βίου, φανερώνει τη χαρισματική συμβολή του στη διαμόρφωση μιας υγιούς και ρεαλιστικής χριστιανικής ανθρωπολογίας. Η αξεπέραστη αυτή συμβολή του σώζει διαμέσου των αιώνων τις παρατηρούμενες λεπτές ισορροπίες στις εκτιμήσεις μεταξύ των πιστών της αξίας είτε του έγγαμου είτε του μοναχικού τρόπου βίωσης της χριστιανικής πίστεως. Διότι δεν πρόκειται περί διλήμματος αλλά περί υπακοής στο ίδιον εκάστου χάρισμα, κατά τη διατύπωση του αποστόλου Παύλου. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι μελέτησε ο ιερός Χρυσόστομος με κάθε σοβαρότητα τα καθημερινά προβλήματα της ζωής. Θεολόγησε με βαθύνοια για το πρόβλημα της εργασίας, της σχέσεως εργοδοτών και εργαζομένων, για το θεσμό της δουλείας και σχεδόν για όλους τους κοινωνικούς θεσμούς της εποχής του. Είναι αυτός που έθεσε την Εκκλησία προ των ευθυνών της και κάλεσε τη θρησκευτική ηγεσία να πάρει υπεύθυνη θέση για τα μεγάλα και σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Ήθελε την Εκκλησία και το χριστιανικό κήρυγμα να βρίσκονται στο κέντρο των γεγονότων, να παρεμβαίνουν άμεσα και υπεύθυνα στο ιστορικό γίγνεσθαι και η Εκκλησία να μη στέκεται θεατής και επικριτής στα κοινωνικά δρώμενα. Η Εκκλησία για τον ιερό Χρυσόστομο δεν πρέπει να εκφράζει ένα πνευματικό ελιτισμό και πολύ περισσότερο δεν επιτρέπεται να είναι μια αναχωρητή περιθωριακή παρουσία. Η ανάμιξή της με το ιστορικό και κοινωνικό γί­γνεσθαι συνεπάγεται ασφαλώς θυσίες, μαρτυρικό βίο και καθημερινό κόστος ζωής. Όμως, η Εκκλησία πρέπει πάντα να μένει συνεπής στις δικές της πεποιθήσεις και αξίες, στις ιστορικές σωτηριολογικές και εσχατολογικές της επιλογές. Η παρουσία και μετοχή του ιερού Χρυσοστόμου στην τριάδα των μεγάλων Ιεραρχών της σημερινής γιορτής αποτελεί και αυτή μια αναντικατάστατη και αξεπέραστη συμβολή, ιδιαίτερα για τη θεώρηση της χριστιανικής βιωτής στην ολότητα της και όχι σ’ ένα διακριτό και αξιολογικό επιμερισμό. Δεν τίθεται θέμα, επομένως, κάποιων τραγικών διλημμάτων του τύπου «γάμος ή αγαμία», με σκοπό την προβολή της μιας ή της άλλης μορφής ζωής. Εδώ τίθεται, ως επείγουσα ανάγκη η επιταγή υψηλής ποιότητας και χαρισματικής βίωσης είτε του γάμου είτε της αγαμίας. Προς την κατεύθυνση αυτή ο ιερός Χρυσόστομος συνέβαλε τα μέγιστα και όλοι του οφείλουμε ευγνωμοσύνη για την ισόρροπη αυτή αντιμετώπιση και καταξίωση της προσωπικής επιλογής ανάλογα με το χάρισμα εκάστου.
3. Η θεολογία και η θεογνωσία ως κριτήριο της πνευματικής ζωής
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θεωρείται από τους συστηματικότερους πατέρες της Εκκλησίας που συνέβαλε και αυτός αποφασιστικά στη διαμόρφωση του χριστιανικού δόγματος. Παρά δε το γεγονός της βαθύνοιας και της φιλοσοφικής υποδομής της θεολογικής σκέψης του, έκανε παράλληλα και τη μεγάλη θεολογική του παρέμβαση στη διαμόρφωση της κλασικής παιδείας και του ανθρωπιστικού πολιτισμού. Έθεσε τις χριστιανικές αρχές και τις πνευματικές αξίες ως κριτήρια της γνώσης και της παιδείας, που παρέχονται από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ύψιστο κριτήριο για την αληθινή παιδεία και την αγωγή των παιδιών θεώρησε ότι πρέπει να είναι η θεολογία και κυρίως η θεογνωσία, αντί της ψευδούς φιλοσοφίας και της ειδωλολατρικής μυθοπλασίας. Είναι γνωστό, από την ιστορία, ότι τα περίφημα «έπη» του, όπου συμπεριέλαβε μια θαυμάσια τριαδολογική θεολογία και θεωρούνται ως μοναδικά αριστουργήματα της παγκόσμιας φιλολογίας και ιδιαίτερα της γόνιμης ποιητικής έκφρασης της θεολογίας της Ανατολής, σύντομα αντικατέστησαν τα Ομηρικά έπη στα ανώτατα φιλοσοφικά ιδρύματα της εποχής. Μέσα στα έργα αυτά έχουμε μια θαυμάσια σύνθεση της ανθρώπινης γνώσης και της αποκεκαλυμμένης θεολογίας. Η ακαδημαϊκή γνώση και παιδεία συναντάται με την ασκητική θεολογία της έρημου. Ο δάσκαλος δεν κρίνεται μόνο από το περιεχόμενο των λόγων του και της κοσμικής σοφίας του, αλλά πρώτιστα πρέπει να κρίνεται από το περιεχόμενο της σιωπής του, του στοχασμού του και της προσευχής του. Όπως γνωρίζουμε, ότι και η προσευχή δεν κρίνεται από το περιεχόμενο των λόγων, των αιτημάτων και της σχολαστικής «βαττολογίας», αλλά από τη βαθιά αίσθηση της κοινωνίας με το Θεό και της εμπιστοσύνης στη δική του πρόνοια. Η ουσιαστικότερη προσευχή είναι η προσευχή της σιωπής και μάλιστα η νοερά προσευχή. Ο ποιητικός λόγος είναι πάντοτε ουσιώδης, μεστός και δημιουργικός. Η ποίηση πάντα γεννάει ιδέες και ανοίγει νέους δρόμους στη σκέψη. Έτσι και τα ποιητικά έργα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου θα μπορούσαν να θεωρηθούν ουσιωδέστερα από τα συστηματικά του, που δημιούργησαν μια νέα εποχή για τη θεολογία και τη χριστιανική παιδεία. Η θεολογική παραγωγή του αγίου Γρηγορίου μας ενθαρρύνει και προς την κατεύθυνση αυτή μιας σύνδεσης του συστηματικού λόγου με τον ποιητικό στοχασμό και της διδακτικής προσφοράς με τη σιωπή της προσευχής. Η θεολογία και η παιδεία κρίνονται από τη διπολικότητα αυτή του έργου του μεγάλου Θεολόγου του τετάρτου αιώνα.
4. Απέκδυση του πλούτου και της σοφίας και ένδυση της πτώχειας και της σεμνότητας
Πέρα από τα στοιχεία αυτά της προσωπικής ιδιαιτερότητας, υπάρχει και ένα άλλο κοινό γνώρισμα στους Τρεις Ιεράρχες μας, που ιδιαίτερα καλούμαστε να προβάλουμε σε κάθε εποχή, ως κριτήριο αληθινής θρησκευτικότητας και θεοσεβούς παιδείας. Κριτήριο για ηγέτες, δασκάλους, μαθητές και απλούς πιστούς. Και οι τρεις Ιεράρχες υπήρξαν γόνοι πλούσιων και αριστοκρατικών οικογενειών. Και οι τρεις ήσαν ικανοί στη γνώση και στο νου και ταλαντούχοι χαρισματικοί στο πνεύμα και στη ψυχή. Η παιδεία τους σε όλα τα επίπεδα της γνώσης και της επιστήμης ήταν μοναδική και ανεπανάληπτη. Η δε κοινωνική τους καταξίωση αξιοζήλευτη από όλους. Ό,τι το εκλεκτότερο δηλαδή σε νου, σε γνώση, σε χαρακτήρα και προσφορά, όχι μόνο στον κοσμικό χώρο αλλά και στον εκκλησιαστικό, συγκεντρώθηκε στην τριάδα αυτή. Το θαυμαστό είναι ότι και οι τρεις αυτοί νέοι εισερχόμενοι στην Εκκλησία και θέτοντας τους εαυτούς τους στη διακονία του λαού του Θεού, απεκδύθηκαν όλα αυτά που είχαν και κατείχαν, γυμνώθηκαν και πτώχευσαν, κατά κυριολεξία, σε όλα τα επίπεδα προς χάριν της αγάπης του Χριστού και των εν Χριστώ αδελφών. Ενώ σήμερα, δυστυχώς, συμβαίνει το εντελώς αντίθετο. Η ένταξή μας στο χώρο της Εκκλησίας δεν συνεπάγεται, όπως παλαιότερα, θυσίες και ταπεινώσεις, ονειδισμούς και διώξεις. Η Εκκλησία, όμως, πάντοτε και σήμερα με την προβολή των τριών αυτών μεγάλων Ιεραρχών θέλει και προσπαθεί να μας στείλει κάποιο μήνυμα. Ας προσέξουμε και ας την ακούσουμε σεμνά και ταπεινά, ώστε με κάθε σεμνότητα και ταπείνωση να παραμένουμε ως πιστοί και να διακονούμε την Εκκλησία του Χριστού, ο οποίος «ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι». Πράγματι, η Εκκλησία καλεί όλους μας με τη σημερινή εορτή να δεχθούμε τους Τρεις Ιεράρχες, όπως παλαιοτέρα έτσι και σήμερα, ως «φως» και «λυχνία» με το λόγο τους και τα έργα τους, για μια ορθή κατεύθυνση και της δικής μας πορείας. Μας καλεί όχι απλώς να μνημονεύσουμε τα ονόματά τους και να τους δοξάσουμε, αλλά να τους μιμούμαστε ως άτομα, ως λαός και έθνος, αν θέλουμε να επιβιώσουμε πνευματικά στους δύσκολους καιρούς. 
Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν και πρέπει να συνεχίσουν να είναι φωστήρες αλλά και φωτοδότες της θεολογίας, της παιδείας και της εκκλησιαστικής διακονίας. Η ουσιαστική συμβολή τους δεν συνίσταται τόσο στα εξαίρετα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προσωπικότητάς τους, του θεολογικού στοχασμού τους και του ποιμαντικού έργου τους, όσο στη σύνθεση και στην εναρμόνιση της συμβολής τους, την οποία πραγματοποίησε η Εκκλησία με την προβολή της ενιαίας εορτής των Τριών Ιεραρχών. Μοναχικό και ασκητικό ιδεώδες, κοινωνική ευαισθητοποίηση και δυναμική ιστορική παρέμβαση, ποιητική και δημιουργική θεολογία, θυσιαστική και μαρτυρική εμπειρία ζωής, είναι το τρίπτυχο μιας ισόρροπης θρησκευτικής αγωγής και κλασικής παιδείας. Κάθε απόπειρα και προσπάθεια από εμάς μιας άκριτης απολυτοποίησης, είτε της μοναχικής είτε της κοινωνικής, αλλά είτε της θεολογικής και της κοσμικής ερμηνείας για τα πράγματα του κόσμου τούτου και για τα πράγματα του Θεού, αποτελεί μεγάλο λάθος, γιατί ουσιαστικά διολισθαίνει προς την αίρεση. Το μεγάλο μυστικό ουσιαστικά βρίσκεται στη σύνθεση και στην εναρμόνιση των βασικών αυτών στοιχείων που μας υπενθυμίζει η εορτή των Τριών Ιεραρχών. Μια παιδεία και αγωγή που πλουτίζεται από τους κρουνούς της σοφίας και της πνευματικής εμπειρίας των Ιεραρχών μας δεν μπορεί παρά στο τέλος να δώσει και στην εποχή μας εύχυμους και αγαθούς καρπούς.
(Γ. Π. Πατρώνου, ομοτιμ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, «Κήρυγμα και Θεολογία», τ. Β΄)

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Master Παντελής Στούπας -7 dan (24.1.1958 – 20.10.2012)

Master Παντελής Στούπας -7 dan
Στίς 24 Ἰανουαρίου 1958 ἔμελλε νά ἔρθει στόν κόσμο ἕνας ἄνθρωπος , πού μετά ἀπό 54 ἔτη ἔντονης ζωῆς καί δραστηριότητας στά τερέν τοῦ ἀθλήματος τοῦ Tae Kwon Do ἔφυγε ἀπό κοντά μας στίς 20 Ὀκτωβρίου τοῦ 2012 ἀφήνοντας πίσω του ἕνα μεγάλο καί δυσαναπλήρωτο κενό , στεναχώρια καί θλίψη στούς οἰκείους του , στίς δεκάδες τῶν μαθητῶν του , ἀλλά καί στούς φίλους του ἤ ὅσους εἶχαν τήν τύχη νά τόν γνωρίσουν ἀπό κοντά. Πρόκειται γιά τόν ἀγαπητό Δάσκαλο καί ἄνθρωπο Παντελῆ Στούπα (7 Dan Master), τόν ἐπί τά 18 τελευταῖα χρόνια προπονητή τῆς Ἐθνικῆς μας ὁμάδας , τήν αἰτία κατάκτησης δεκάδων Πανευρωπαϊκῶν καί Παγκοσμίων διακρίσεων καί μεταλλίων,ἕνα μεγάλο κεφάλαιο στήν Ἑλληνική ἀλλά καί Παγκόσμια ἱστορία τοῦ Τae Kwon Do .
Δάσκαλος καί προπονητής μέ βαθειά συναίσθηση τοῦ καθήκοντος ἔναντι τῶν μαθητῶν του , μέ πεῖσμα καί θέληση γιά διακρίσεις καί νίκες. Πάντοτε εὔχαρις καί κοινωνικός στίς συναναστροφές καί παρέες του,ἐνθουσιώδης καί παρορμητικός μέ τούς φίλους του καί ὅσους ἀγαποῦσε.Ἄνδρας δυναμικός καί ρηξικέλευθος,μέ ὁραματισμούς καί σχέδια γιά τήν κατάκτηση τῆς κορυφῆς μέσω σκληρῶν ἀγώνων καί προσπαθειῶν. 
Χαρακτήρας μετριόφρων καί χαμηλῶν τόνων,ἀλλά μέ σπινθηροβόλο καί πολλά ὑποσχόμενο βλέμμα,μαχητικός ἀλλά συνετός καί μέ ἀδιάπτωτο πάντα ἐνδιαφέρον γιά τούς μαθητές του πού ὑπεραγαποῦσε. Ὅλοι ἔχουν νά θυμοῦνται μόνο καλές καί ὄμορφες στιγμές μαζί του,ἀλλά καί τό διαρκές καί πηγαῖο χαμόγελό του.
Εὐχόμαστε ἀπό καρδιᾶς στόν Δάσκαλό μας,στόν πατέρα , ἀδελφό καί φίλο Παντελῆ Στούπα καλή ἀντάμωση!
Θά μείνεις γιά πάντα στίς καρδιές μας ΑΘΑΝΑΤΟΣ!

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (ἑορτάζει 25 Ἰανουαρίου)

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

Ο μέγας αυτός Άγιος Γρηγόριος ο Τριαδικός Θεολόγος και ιεράρχης γεννήθηκε στην Αριανζώ το 329 μ.Χ, ένα μικρό χωριό της Καππαδοκίας, κοντά στη κωμόπολη Ναζιανζώ, εξ ου αναφέρεται και ως Ναζιανζηνός. Οι γονείς του ήτον ευγενείς και δίκαιοι, Γρηγόριος και Νόννα ονόματι, σεβόμενοι εξ αγνοίας τα είδωλα. Αφ'ότου δε εγέννησαν τον Γρηγόριο, ανεγεννήθησαν και αυτοί και εβαπτίσθησαν Χριστιανοί. Ο πατέρας του μάλιστα έγινε αρχιερεύς της Ναζιανζού. Έτσι, ο νεαρός Γρηγόριος ανατρέφεται, μέσα σε χριστιανικό περιβάλλον. Από την παιδική του ηλικία φανέρωσε τα σπάνια χαρίσματα του. Αγάπησε με πάθος τα γράμματα και λόγω της καλής οικονομικής κατάστασης των γονιών του μπόρεσε και σπούδασε στα καλύτερα σχολεία της εποχής του.
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος
Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Αθήνα γνώρισε το Μέγα Βασίλειο και στην Αλεξάνδρεια συνάντησε για πρώτη φορά το Μέγα Αθανάσιο και το Μέγα Αντώνιο. Το 365 μ.Χ., ο Βασίλειος έφυγε από την Αθήνα, αλλά ο Γρηγόριος έμεινε και δίδασκε ρητορική για ένα χρόνο. Μετά άφησε κι αυτός την Αθήνα και επέστρεψε στη Ναζιανζώ. Όταν επέστρεψε, βαπτίστηκε χριστιανός από τον πατέρα του και έγραψε για το μυστήριο του βαπτίσματος. Ο Γρηγόριος συνιστά το νηπιοβαπτισμό και διδάσκει στους νέους της Ναζιανζού τη χριστιανική διδασκαλία. Ο πόθος του ήταν να ασκητέψει στον Πόντο κοντά στο φίλο του Βασίλειο, όπου και πήγε. Εκεί με το Βασίλειο έγραψε πολλά συγγράμματα.
Περί τα τέλη του 360 μ.Χ., μετά από παράκληση του πατέρα του αφήνει την έρημο του Πόντου και πηγαίνει στην πατρίδα του. Εκεί κατατάσσεται στις τάξεις του κλήρου, αλλά και πάλι φεύγει στην έρημο με σκοπό να προσευχηθεί, να δυναμώσει πνευματικά και να μπορέσει να φέρει σε πέρας το δύσκολο έργο του κληρικού. Ώριμος πλέον επιστρέφει και υπηρετεί το λαό ως ιερέας βοηθώντας τους φτωχούς και τους αρρώστους. Την περίοδο αυτή ο Ιουλιανός ο Παραβάτης κήρυξε σφοδρό διωγμό εναντίον των χριστιανών. Εναντίον του Ιουλιανού αντέδρασαν οι δύο αγωνιστές της εποχής, ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος. Οι λόγοι του Γρηγορίου χτυπούν σκληρά τον παραβάτη και χριστιανομάχο αυτοκράτορα, αλλά το αίμα των χριστιανών χύνεται αλύπητα.
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος
Όταν πέθανε ο Ιουλιανός και σταμάτησε ο διωγμός, ο Γρηγόριος εργάζεται δίπλα στον πατέρα του και τον βοηθά με ζήλο στο κοινωνικό του έργο. Έτσι, η φήμη του Γρηγόριου απλώθηκε σε όλο το χριστιανικό κόσμο. Όταν πέθανε ο πατέρας του, φεύγει πάλι ο Γρηγόριος και πηγαίνει στο μοναστήρι της Αγίας Θέκλας με μοναδικό έργο την προσευχή και τη συγγραφή. Όταν κινδύνευε η Κωνσταντινούπολη από τις αιρέσεις, κάλεσαν το Γρηγόριο να πάει εκεί και να βοηθήσει την εκκλησία. Δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί μπροστά στον κίνδυνο της ορθόδοξης πίστης. Πήγε εκεί και με τους πύρινους λόγους του και τα επιχειρήματα του έφερε σε δύσκολη θέση τους αιρετικούς και μετά από σκληρό αγώνα ελευθερώθηκε η εκκλησία. Εκείνο που ανέδειξε το Γρηγόριο μεγάλο δάσκαλο και ποιμένα της εκκλησίας ήταν η υπεράσπιση της ορθοδοξίας, που πέρναγε δύσκολες μέρες, από τον κίνδυνο των Αρειανών.
Στην Κωνσταντινούπολη, μόνο ένας μικρός ναός είχε απομείνει στους ορθοδόξους, που τον ονόμαζαν συμβολικά Αγία Αναστασία, ελπίζοντας πως εκεί θα αναστηθεί ξανά η Ορθοδοξία. Σ’ αυτόν το ναό ο Γρηγόριος εκφώνησε τους περίφημους πέντε λόγους για τη θεότητα του «Υιού και Λόγου του Θεού», με θαυμαστά αποτελέσματα. Η εκκλησία μας με βάση τα υψηλά θεολογικά του κηρύγματα και συγγράμματα τον τίμησε με τον τίτλο του Θεολόγου. Σε λίγο στέφθηκε αυτοκράτορας ο Μέγας Θεοδόσιος καθιερώνοντας με διάταγμα την ορθοδοξία. Τότε αναδείχτηκε ο Γρηγόριος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Πρόεδρος της Β’ Οικουμενικής Συνόδου. Από αυτή τη θέση, το 381μ.Χ., μαζί με άλλους άρχοντες της εκκλησίας στερέωσαν την πίστη και την ορθοδοξία συμπληρώνοντας το Σύμβολο της Πίστεως που άρχισε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος. Όμως η κακία και ο φθόνος δεν άφησαν για πολύ καιρό το Γρηγόριο στον πατριαρχικό θρόνο, επειδή μερικοί επίσκοποι από φθόνο αντέδρασαν στην εκλογή του. Η ευαίσθητη ψυχή του δεν το ανέχθηκε αυτό και για να εξασφαλίσει όμως την ειρήνη της εκκλησίας, με μια ηρωική πράξη, παραιτήθηκε από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο και την προεδρία της συνόδου και επέστρεψε στον τόπο του,τη Ναζιανζό και πρόσφερε τις υπηρεσίες του από το βαθμό του επισκόπου περνώντας την υπόλοιπη ζωή του με προσευχή, διάβασμα και συγγραφή βιβλίων.
Ἡ τιμία κάρα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου 
(Ἅγιον Ὅρος)
Ένα πρωινό, στις 25 Ιανουαρίου το 391 μ.Χ., άφησε τα γήινα, για να πάει αιώνια κοντά στον αγαπημένο του Κύριο. Η αγία κάρα του βρίσκεται στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου στο Άγιον Όρος. Ο Γρηγόριος διακρίθηκε για τον αγνό του χαρακτήρα και τις πολλές αρετές καθώς και για το τεράστιο συγγραφικό του έργο, που περιλαμβάνει λόγους, επιστολές και ποιήματα. Η Εκκλησία μας τον κατέταξε ανάμεσα στους αγίους της και τον τιμά ξεχωριστά στίς 25 Ιανουαρίου καθώς και στις 30 του ίδιου μήνα, γιορτή των Τριών Ιεραρχών.

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια γιά τήν Ἐκκλησιαστική περιουσία;

Όλοι αυτοί οι εχθροί της Εκκλησίας που φωνασκούν, περί δήθεν εξόδων του κράτους χάριν της Εκκλησίας, και για την "μεγάλη" Εκκλησιαστική περιουσία που δήθεν δεν την εκμεταλλεύεται ο λαός, αποκρύπτουν την αλήθεια, που είναι πολύ διαφορετική από τις απαιτήσεις τους.

Η φιλολογία περί της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι παλιά, δίχως όμως να δικαιολογείται πολλές φορές από τα γεγονότα και την πραγματικότητα. Θα προσπαθήσουμε να ρίξουμε λίγο φως στο ταλαιπωρημένο αυτό ζήτημα. Παρακάτω, απαντάμε και στο αδαές επιχείρημα περί μισθοδοσίας των Ορθοδόξων κληρικών που έχει άμεση σχέση με την εκκλησιαστική περιουσία. Καταρρίπτεται ο βασικότερος μύθος γύρω από τον οποίο χτίστηκε η επαίσχυντη αντιεκκλησιαστική προπαγάνδα των ημερών μας.
 Μετά την απελευθέρωση και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους (1828), ενώ διατηρείται στη συνείδηση του πληρώματος της εκκλησίας η πίστη στο ιερό και αναπαλλοτρίωτο της εκκλησιαστικής περιουσίας με διάφορα νομοθετήματα επιβάλλεται κατά καιρούς η αναγκαστική απαλλοτρίωση τμημάτων της.
  • Η αντιβασιλεία του Όθωνα (αλλοεθνής και προτεσταντική) πιστεύοντας ότι η περιουσία της Εκκλησίας αποτελεί θησαυρό που κληροδοτήθηκε από τους προγόνους στο ελληνικό έθνος και λησμονώντας την ανεκτίμητη προσφορά των ορθοδόξων μοναστηριών στους παλαιότερους και στους ακόμα νωπούς τότε αγώνες της εθνικής παλιγγενεσίας, με τα βασιλικά διατάγματα του 1833 και 1834 απεφάσισε τη διάλυση 416 μοναστηριών και τη διάθεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους με το πρόσχημα να συσταθεί το "Εκκλησιαστικό Ταμείο". Ήταν όμως τόσο κακή η σύσταση και οργάνωση του ταμείου αυτού, ώστε το μόνο που συνέβη ήταν η διαρπαγή της εκκλησιαστικής περιουσίας και η πώληση - εκ μέρους επιτηδείων - ιερών σκευών και κειμηλίων στα παζάρια. Το 1836 η απαλλοτριωτική διάθεση της Αντιβασιλείας επεκτάθηκε και στην περιουσία των Μοναστηριών που διατηρήθηκαν σε λειτουργία "χάριν θεάρεστων έργων και προς οικοδομήν ιερών και αγαθοεργών καταστημάτων". Έτσι απαλλοτριώθηκαν υποχρεωτικά και άλλες μοναστηριακές εκτάσεις, ενώ σε όσεες απέμειναν επιβλήθηκε βαρύτατη έμμεση φορολογία.

  • Στη διάρκεια της δεύτερης και τρίτης δεκαετίας του 20ου αιώνα, μετά τους Βαλκανικούς και τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο κυρίως δε έπειτα από τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), το ελληνικό κράτος επέτεινε την απαλλοτριωτική του επιβολή σε βάρος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Με τους νόμους 1072/1917 και 2050/1920 ("αγροτικός νόμος") και άλλους μεταγενέστερους απαλοτριώθηκαν αναγκαστικά πολλές μοναστηριακές εκτάσεις για την αποκατάσταση προσφύγων και ακτημόνων και για λόγους "προφανούς ανάγκης και δημόσιας ασφαλείας". Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίοδο 1917 μέχρι 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτάσεις αξίας άνω του ενός δισεκατομυρίου προπολεμικών δραχμών και το Κράτος κατέβαλε στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο μόνο το 4% (40 εκατομύρια δραχμές). Τα υπόλοιπα 960 εκατομύρια οφείλονται ακόμα! Τα περισσότερα μοναστήρια καταδικάστηκαν με τον τρόπο αυτό σε μαρασμό και λειψανδρία! Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με υπολογισμούς κατά την πρώτη φάση μόνο, το 50% της γεωργική γης της εκκλησίας δόθηκε σε ακτήμονες, ενώ καη η δεύτερη φάση που ολοκληρώθηκε γύρω στο 1930 ήταν εξίσου μεγάλο το κομμάτι γης της εκκλησίας που απαλλοτριώθηκε.

  • Με τον κωδ. νόμο 4684/1931 περί "Οργανισμοί Διοικήσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας" αποφασίσθηκε από την Πολιτεία η ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Μονών παρά τις επιφυλάξεις της Εκκλησίας. Ό,τι εισπράχθηκε από τη ρευστοποίηση σχεδόν στο σύνολό του εξανεμίστηκε εξαιτίας του Β Παγκοσμίου Πολέμου και της ξενικής κατοχής (1940-44).

  • Με την από 18/9/1952 "Σύμβαση περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Εκκλησίας προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων", η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο Κράτος το 80% της καλλιεργούμενης ή καλλιεργίσιμης αγροτικής περιουσίας της με αντάλλαγμα να λάβει κάποια αστικά ακίνητα και 45.000.000 δραχμές νέας (τότε) εκδόσεως. Στη σύμβαση του 1952 περιέχεται η διακύρηξη του κράτους ότι η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον, ενώ υπάρχει και η δέσμευση ότι η Πολιτεία θα παρέχει κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να μπορέσει να αξιοποιήσει την εναπομείνουσα περιουσία της. Στην ίδια σύμβαση καθιερώθηκε και η "μισθοδοσία" των κληρικών από τον Κρατικό Προϋπολογισμό - του δε Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών από το έτος 1980 - ως υποχρέωσις του Κράτους έναντι των μεγάλων παραχωρήσεων γης στις οποίες είχε προβεί η Εκκλησία της Ελλάδος κατά την δεκαετία 1922-32. Δηλαδή, επειδή το Κράτος αδυνατούσε να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο - όπως προέβλεπε ο νόμος του 1932 - συνεφωνήθη να μισθοδοτούνται επ' άπειρον οι κληρικοί και το Κράτος δεσμεύθηκε επ' αυτού. Καταρρίπτεται έτσι ο μύθος που προσπαθεί μάταια να διαιωνίσει ο κ. Πάγκαλος με τις αναφορές του σε "δημόσιους υπαλλήλους". Όταν η άγνοια συναντά τη θρασύτητα, το αποτέλεσμα είναι επικίνδυνο για τους θεσμούς και τη δημοκρατία.
Όταν το 1987 ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νόμος 1700/87 (νόμος Τρίτση) που αποτελεί μία ακόμη προσπάθεια για την οριστική αποψίλωση της εκκλησιαστικής περιουσίας, δόθηκε αφορμή να δημοσιευθούν σημαντικά κείμενα. Μεταξύ αυτών και ένα υπό τον τίτλο "ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα" (περιοδικό "Εκκλησία" 1-15/4/1987, σελίδες 254-55). Με αναμφισβήτητα στοιχεία, στηριγμένο σε μελέτη των Θ. Τσούμα και Δ. Τασιούλα που εκδόθηκε επίσημως από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος λίγο αργότερα, το 1988, αποδεικνύεται ότι στο σύνολο της αγροτικής γης της Ελλάδος ανήκουν.
ΔΗΜΟΣΙΟ
43.598.000 στρέμματα
ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
15.553.200 στρέμματα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ
1.282.300 στρέμματα
ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ
1.098.400 στρέμματα
Από αυτά τα 1.282.300 στρέμματα ιδιοκτησίας της Εκκλησίας, τα 367.000 είναι δασικές εκτάσεις, τα 745.400 βοσκότοποι και μόνο τα 169.900 γεωργική καλλιεργίσιμη γη. Δηλαδή οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις της αντιστοιχούν μόλις στο 0.48% του συνόλου της γεωργικής γης της χώρας μας!
Και να ληφθεί υπόψη ότι κατά τη δεκαετία 1974-1983 "εγκαταλείπονται κάθε χρόνο από τους αγρότες και κτηνοτρόφους κατά μέσο όρο 162.400 αγροτικής γης ακαλλιέργητα και ανεκμετάλλευτα". Το 1983 υπολογίστηκαν ως 4.380.000 στρέμματα οι εγκαταλελειμμένες εκτάσεις γης (σχεδόν 3.5 φορές μεγαλύτερες από το σύνολο της γης που ανήκει στην εκκλησία, ενώ σήμερα θα είναι ασφαλώς πολύ περισσότερο).
Παρά ταύτα, στα μάτια κάποιων και η εναπομείνασα περιουσία φαντάζει μεγάλη. Δε λαμβάνεται όμως υπόψη ότι αυτή δεν ανήκει στην Κεντρική Διοίκηση (Ιερά Σύνοδο), αλλά σε περισσότερα από 10.000 εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα (Μητροπόλεις, Ναούς, Μονές, Προσκυνήματα, Ιδρύματα, Κληροδοτήματα και άλλα) το καθένα από τα οποία αγωνίζεται - μέσα από τον κυκεώνα των νομικών και διοικητικών δεσμέυσεων - να διαφυλάξει την κυριότητα και να αξιοποιήσει τα όσα του ανήκουν περιουσιακά στοιχεία, για το καλό του πληρώματος και της εκκλησίας.
Δηλαδή κάθε Μονή και κάθε Ιερός Ναός που είναι ΝΠΔΔ (Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου), μεριμνούν για τη συνήθως μικρή περιουσία που έχουν,φροντίζοντας για την έντιμη διαχείρισή της και τηρώντας τις αυστηρές διατάξεις που ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα. Η διαχείριση αυτή υπόκειται σε τακτικό έλεγχο τόσο από την Εκκλησία όσο και από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής προσφοράς, όχι και το μοναδικό, αποτελεί η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη (Αθήνα). Έχοντας στην κατοχή της σημαντική περιουσία που την απέκτησε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα με αγορές των ηγουμένων της (σώζονται στο αρχείο της τα σχετικά έγγραφα), αναδείχθηκε ο μεγαλύτερος κοινωνικός ευεργέτης των Αθηνών. Σε δωρηθέντα ακίνητά της έχουν ανεγερθεί:
  • η Ριζάρειος Σχολή,
  • η Ακαδημία Αθνών,
  • το Αιγινήτειο Νοσοκομείο,
  • το Μετσόβειο Πολυτεχνείο,
  • το Σκοπευτήριο,
  • το Πτωχοκομείο,
  • η Μαράσλειος Ακαδημία,
  • το Θεραπευτήριο "Ευαγγελισμός",
  • το Αρεταίειο νοσοκομείο,
  • η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή,
  • οι Αστυνομικές Σχολές στην οδό Μεσογείων,
  • το Νοσοκομείο Παίδων,
  • το Νοσοκομείο Συγγρού,
  • το Λαικό Νοσοκομείο "Σωτηρία",
  • το Ασκληπείο Βούλας,
  • η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη,
  • το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης,
  • το ΠΙΠΚΑ Βούλας
  • Ιπποκράτειο Νοσοκομείο,
  • Γηροκομείο,
  • Εθνική Βιβλιοθήκη,
  • Πανεπιστήμιο Αθηνών
  • 142 Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια της Αττικής
και πολλά άλλα...
Βεβαίως, κανείς δε φρόντισε να μνημονεύονται αυτά, έστω σε μία επιγραφή επί των ανεγερθέντων κτηρίων.
Το δε Δημόσιο έχει γίνει πολλές φορές αποδέκτης εκτάσεων μεγάλης αξίας, τις οποίες παραχώρησε η Εκκλησία προκειμένου να λειτουργήσουν κατασκηνώσεις, να ανεγερθούν σχολεία, ιδρύματα, γυμναστήρια, στρατόπεδα ή να δημιουργηθούν κοινόχρηστοι χώροι για την αναψυχή του λαού. Αυτή, εν συντομία, είναι η αλήθεια. 
Η Εκκλησια δικαιούται να έχει περιουσία, όπως δέχθηκαν με πληθώρα αποφάσεών τους όχι μόνο ελληνικά δικαστήρια, αλλά και η Ευρωπαική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην οποία προσέφυγαν Ορθόδοξες Μονές κατά του νόμου 1700/87. Και είναι σε θέση να την αξιοποιήσουν επωφελώς για τον ελληνικό λαό, αρκεί να αφαιρεθούν τα νομικά και διοικητικά δεσμά που της έχουν κατά καιρούς επιβληθεί.
Μετά από όλα αυτά, μπορούμε να αντιληφθούμε το πραγματικό μέγεθος της προσφοράς της Εκκλησίας στην ανάπτυξη της Ελλάδος, όπως επίσης και το πραγματικό μέγεθος της εναπομείνουσας περιουσίας της, το οποίο επαναλαμβάνουμε, ανήκει σε περισσότερο από δέκα χιλιάδες διαφορετικά νομικά πρόσωπα. Όσο για τη μισθοδοσία την κληρικών, αυτή αποτελεί υποχρέωση του κράτους προς την εκκλησία, την οποία αποδέχτηκε και υπέγραψε με δική του πρωτοβουλία το ίδιο το κράτος το 1952, επειδή ακριβώς αδυνατούσε να καταβάλλει το αντίτιμο που είχε συμφωνηθεί 20 χρόνια νωρίτερα και που είχε διογκωθεί πολλαπλάσια και είχε ήδη καταστεί δυσβάσταχτο χρέος ακόμη και για το κράτος.


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΧΩΡΙΣΜΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
 (Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός)


Υπεβλήθη ένα νομοσχέδιο από φιλελεύθερες παρατάξεις για το θέμα χωρισμού Εκκλησίας-Πολιτείας. Δεν μιλούν για διοικητικό χωρισμό, τον οποίο πρέπει κι εμείς να στηρίζουμε. «Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς» και να βρεί η Εκκλησία την ελευθερία που οι πολιτικοί, τα κόμματα, δεν της δίνουν. Τα κόμματα θέλουν να’ χουν υποτεταγμένο το κλήρο για να’ ναι «κομματάρες». Οπότε, λοιπόν, να αφήσουν ελεύθερο τον εκκλησιαστικό χώρο να αξιοποιήσει την εναπομείνασα περιουσία. Υπάρχει βιβλίο –και πολλά άλλα νεότερα– του 1951 του Μητροπολίτου Λαρίσσης Δωροθέου, που έγινε Αρχιεπίσκοπος μετά, επιστημονικό «Το αναπαλλοτρίωτον της εκκλησιαστικής περιουσίας». 320 απαλλοτριώσεις έγιναν από το κράτος, από το 1833 μέχρι το 1950. Ξεκοκκάλισαν ό,τι εκκλησιαστικό υπήρχε. Σήμερα, αυτό που λέμε «χωρισμός» δεν μπορεί να γίνει! Πρέπει να γίνει κτηματολόγιο, όπως έγινε στην Κύπρο. Και ξέρετε, η εκκλησία στη Κύπρο –όλο το σύνολο των πιστών– είναι δύναμις! Διότι ξέρει τι της ανήκει. Πώς θα τα χρησιμοποιήσει; Σε φτωχούς, κοινωνικά έργα. Όλα τα κάνει η Εκκλησία της Κύπρου, αφού έχει ένα τεράστιο κοινωνικό έργο. Και όλη η Εκκλησία της Ελλάδος. Αλλά αν αξιοποιηθεί η εναπομείνασα περιουσία, ό,τι μπορεί να αξιοποιηθεί –τα λειβάδια, ας πούμε, δεν αξιοποιούνται, είναι μόνο νούμερα αναξιοποίητα–, θα έχει εσωτερική δύναμη. Αυτό είναι που δεν θέλουν τα κόμματα.
       Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι, γενικά, άρπαζαν την εκκλησιαστική περιουσία για να είναι «ζήτουλας» η Εκκλησία. Μέχρι το 1950 ο ιερεύς «ζητούσε». Π.χ. στη πατρίδα μου: ο κόσμος πλήρωνε, πήγαινε και έδινε μια εισφορά. Θυμάμαι ότι εμείς δίναμε 20.000 δρχ, τότε που ήταν ακόμη τα μηδενικά (το ’53 τα κατήργησε ο Μαρκεζίνης). Σαν να δίναμε 20 δρχ, σήμερα, στην Εκκλησία, για να μπορέσει να συντηρηθεί ο κλήρος, η Εκκλησία, κ.τ.λ..
Ήρθε ο καημένος ο Πλαστήρας, που είπε: «Έναντι όσων ήρπασε το κράτος από την Εκκλησία, θα πληρώνει τα 2/3 του μισθού των ιερέων». Το 1/3 το πληρώνει ο κλήρος και τα 2/3 τα πληρώνει το κράτος, «έναντι των όσων ήρπασε». Ξέρετε, αν ζητήσει η Εκκλησία τα όσα εκλάπησαν –γι’ αυτό τα κατέγραψε όλα ο μητρ. Δωρόθεος Λαρίσσης– πρέπει για 200 χρόνια να πληρώνει το κράτος την Εκκλησία!
Επί Μητσοτάκη προσέφυγαν 9 μοναστήρια διότι οι τοπικές δυνάμεις,  καταλεηλάτησαν τα χωράφια που είχαν. {Πώς θα ζήσει και πώς θα κάμει έργο αγάπης αν δεν έχει χωράφια; Τώρα, αν πας να δώσεις μια δωρεά στην Εκκλησία, φορολογείται. Τελευταία το ΠΑΣΟΚ την είχε καταργήσει αυτή την φορολογία –δεν ξέρω σήμερα τι ισχύει· πιστεύω ότι έχει καταργηθεί.Εν πάσει περιπτώσει, προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Ευρώπης και επεδίκασε περίπου ΤΡΙΑ ΤΡΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ δρχ,  τότε, να τα δώσει η κυβέρνηση στα μοναστήρια. Αν πήρατε εσείς δεκάρα, πήραν και τα μοναστήρια... Αλλά γι’ αυτό δεν μπορούν να πούν τίποτε. Είναι ΧΡΕΩΣΤΗΣ το κράτος! Και μάλιστα θυμάμαι τότε –μπορώ να το πώ– ότι είχε πέσει εντολή στην Εκκλησία, στον αρχιεπ. Σεραφείμ, «να μη πεί τίποτα». Πήγαινα στην Ιερά Σύνοδο, στην Μονή Πετράκη –τρομερό αυτό!– και πίσω από τον ναό βλέπω να βγαίνει ο τότε ηγούμενος της μονής Πετράκη, π. Χριστοφόρος. Και μόλις με βλέπει μου λέει: «Παπα-Γιώργη μου!», άρχισε να κλαίει με αναφιλητά και έπεσε στον τράχηλό μου! Με τραβούσε κάτω (ήταν και πιο κοντός) και μου λέει «Έγκλημα στην Εκκλησία!». «Τί;» «Έπεσε εντολή στον Αρχιεπίσκοπο από ψηλά (ο νοών νοείτο, δεν είναι ανάγκη να κατηγορώ πρόσωπα!) που έλεγε “μην ανακοινώσετε την απόφαση της Ευρώπης”». Και ανακοινώθηκε μερικά χρόνια μετά, το μάθαμε από ακριτομύθεια. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, τί παιχνίδι παίζεται;
Προχθές είχαμε επαφές για το νομοσχέδιο, από τις εννιά το πρωί ως τις εννιά το βράδυ, με το ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, Συνασπισμό, ΚΚΕ κι άλλα πρόσωπα. Από το ΠΑΣΟΚ ήταν καμμιά δεκαριά πρόσωπα. Ήρθε ο κ Παπανδρέου, έμεινε λίγο και μιλήσαμε. Μετά συζητούσαμε με το «governo», με τη Δαμανάκη και με 2-3 άλλα πρόσωπα, βουλευτές του ΠΑΣΟΚ. Και όταν προέκυψε το θέμα της περιουσίας μου λέει η κα Δαμανάκη: «Είστε υπέρ του χωρισμού;» «Ναί. Πρώτα να ξεκαθαρίσουμε τί σημαίνει χωρισμός. Αν είναι διοικητικός χωρισμός, υπάρχει, δεν είναι ανάγκη να γίνει τίποτα». Εγώ δεν μπορώ να γίνω βουλευτής, ούτε θα πάω ποτέ για βουλευτής. Ο Αρχιεπίσκοπος δεν μπορεί να γίνει πρωθυπουργός, ούτε πρόκειται. Εκτός κι αν φτάσουμε στην εσχάτη εξαθλίωση και βρεθεί ένας Τσώρτσιλ που θα πεί, «Αφού μαλώνει ο Παπανδρέου, ο γέρος, με τον Κανελλόπουλο θα αναλάβεις Δαμασκηνέ να γίνεις για 15 μέρες πρωθυπουργός και μετά ένα διάστημα αντιβασιλέας». Αλλά τότε, η Ελλάς, θα είναι στο τέρμα του θανάτου. Ό μη γένοιτο!
«Ο διοικητικός χωρισμός υπάρχει», είπα. Πήγε να πεί κάτι και της λέω «Συγγνώμη, για σκεφτείτε: τί θέλουν αυτοί που υποστηρίζουν τον χωρισμό; Αποσύνδεση της Ορθοδοξίας από την ζωή του έθνους». «Καμία σχέση το έθνος με την Ορθοδοξία!» «Αυτό είναι αδύνατο να γίνει σε δύο περιοχές: στο Ισραήλ και σε μας», λέω. Τα πολιτικά κόμματα στο Ισραήλ έχουν θρησκευτικούς τίτλους και θρησκευτικά σύμβολα. Τα κόμματα είναι ενωμένα με την πίστη τους, με τον Σιωνισμό δηλαδή. Να δείτε τον πρόεδρο της Βουλής με το καπελάκι του πιστού, που αυτό το καπελάκι σημαίνει ότι είναι ορκισμένος εβραίος. Μου έλεγε η παπαδιά το 2000, όταν είμασταν κάτω για ένα συνέδριο για το Ιωβηλαίον: «Βρε παπα-Γιώργη, για σκέψου ο Κακλαμάνης να κυκλοφορεί έτσι στη Βουλή». Εδώ ούτε εικόνα δεν έχουμε στη Βουλή για να μη προσβάλουμε τους άλλους. Αλλά αν πάτε στις μουσουλμανικές Βουλές, είναι γεμάτες από τα σύμβολά τους! Το ίδιο είναι και στο Ισραήλ.
Ο χωρισμός, λοιπόν, είναι αδύνατον, σε μας. Σ’ αυτούς υπάρχει ο χωρισμός! Αυτή η μεγάλη μερίδα διανοουμένων και πολιτικών έχουνε πουλήσει και την Παναγία πλην τον Χριστό –συγγνώμη για την φράση. Αλλά σε μας δεν μπορεί να σπάσει αυτό. Δέκα άνθρωποι να μείνουν θα συνεχίζει εις τον αιώνα των αιώνων! Δεν φιμώνεται αυτό το πράγμα. Κι έτσι, ούτε στο Ισραήλ ούτε εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για αποσύνδεση. Για χωρισμό διοικητικό, βεβαίως. Και τους είπα να ολοκληρώσουν το κτηματολόγιο για να ξέρει το κράτος τι έχει ο εκκλησιαστικός χώρος. Την περιουσία του Πατέρα μας, δεν είναι των παπάδων. Και είναι όλου του σώματος! Και να έρχεται το κράτος και να επεμβαίνει και να σου λέει πως θα τα αξιοποιήσεις... Κι αν χαθεί μια δραχμούλα να στέλνει από Αρχιεπίσκοπο μέχρι εμένα στη φυλακή! Αυτό δεν είναι το τίμιο και το σωστό.
Αυτό προσπάθησε να κάνει ο Καποδίστριας, γι’ αυτό «τον φάγανε». Ο Καποδίστριας, ο μεγάλος αυτός άνθρωπος, ήθελε να αξιοποιήσει την εκκλησιαστική περιουσία για την παιδεία και την μισθοδοσία του κλήρου. Σχολεία, νοσοκομεία, αυτά να κτίζονται συνεχώς. Για να μην έρχεται ο Δεσπότης να σου λέει «για τα γεράματά μου έχω τόσα»... Εδώ είναι που χρειάζεται ο έλεγχος του κράτους. Αλλά όχι το κλέψιμο! Μετά τον Καποδίστρια το κράτος κλέβει, αρπάζει συνεχώς. Εις οποιαδήποτε μορφή και με οποιονδήποτε τρόπο.


Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής (ἑορτάζει 21 Ἰανουαρίου)

Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γεννήθηκε το 580 στην Κωνσταντινούπολη από επιφανή οικογένεια και έλαβε την ανώτερη για την εποχή του μόρφωση. Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος (610-641) τον προσέλαβε αρχικά ως αρχιγραμματέα του αλλά λίγα χρόνια αργότερα παραιτήθηκε και εκάρη μοναχός σε μονή της Χρυσούπολης απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Εκεί εκλέχτηκε ηγούμενος και απέκτησε πιστό μαθητή τον Αναστάσιο που τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή. Το 624 βρίσκεται για δύο χρόνια στη Κύζικο, ενώ το 626 φεύγει για την βόρεια Αφρική. Για αρκετό χρονικό διάστημα μένει στην Κρήτη, ενώ την Πεντηκοστή του 632 πηγαίνει στην Καρχηδόνα, όπου συναντάται με τον Σωφρόνιο. Από εκεί τον βρίσκουμε το 645 στη Ρώμη. Το 647 ο αυτοκράτορας Κώνστας εξέδωσε τον Τύπο, με τον οποίο απαγορευόταν οι συζητήσεις περί μίας η δύο θελήσεων και ενεργειών του Χριστού. Ως γνωστόν η Δ΄ ἐν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδος (451) κατεδίκασε την αίρεση του μονοφυσιτισμού, το αυτό έπραξε και η Ε΄ ἐν Κωνστανινουπόλει (553). Παρά τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τους αυστηρούς νόμους των αυτοκρατόρων, ο μονοφυσιτισμός δεν εξαλείφθηκε και έτσι οι περιοχές της Συρίας, Παλαιστίνης, Αιγύπτου, Μεσοποταμίας και Αρμενίας παρέμειναν χωρισμένες από το κέντρο της αυτοκρατορίας, συνέστησαν δε εκκλησίες αποκομμένες από την κοινωνία με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατά τον έβδομο αιώνα, εποχή των περσικών και αραβικών επιδρομών, η αυτοκρατορία αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα με τις ανατολικές μονοφυσιτικές περιοχές, από τις οποίες προερχόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος και το στράτευμα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος (610-641), Αρμένιος ο ίδιος στην καταγωγή και ο πατριάρχης Σέργιος (610-638), Σύρος, για να μη χάσει η αυτοκρατορία τις ανατολικές επαρχίες, θέλησαν να συγκρατήσουν τους μονοφυσιτικούς πληθυσμούς με θεολογικές εκφράσεις οικειότερες προς τον δικό τους τρόπο θεολογικής σκέψης. Ως λύση που επινοήθηκε ήταν ο μονοθελητισμός και ως συνέπειά του, ο μονοενεργητισμός, του οποίου εισηγητής υπήρξε ο πατριάρχης Σέργιος, υποστηρικτής ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος και εκφραστής ο διαδεχθείς στον πατριαρχικό θρόνο τον Σέργιο, Πύρρος (638-642, 654). Ο Σέργιος και Πύρρος συντάσουν την «Έκθεση», μονοθελητικού περιεχομένου, προκειμένου να επιτευχθεί η ένωση των μονοφυσιτικών εκκλησιών της ανατολής με την αυτοκρατορία, που δημοσιεύθηκε το 638 με την υπογραφή του Ηρακλείου και επικυρώθηκε από ενδημούσα στην Κωνσταντινούπολη Πατριαρχική Σύνοδο, που συνεκάλεσε ο Πύρρος, για να υποστηρίξει τις μονοθελητικές απόψεις. 
Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής
Η σύνοδος του Λατερανού (649), της οποίας κύριο πρόσωπο ήταν ο άγιος Μάξιμος, καταδίκασε το Μονοθελητισμό. Τότε, συνελήφθηκε από τον έξαρχο της Ιταλίας Θεοδόσιο, οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τους δύο μαθητές του με το όνομα Αναστάσιος. Είχε ήδη οδηγηθεί εκεί και ο Πάπας Μαρτίνος και είχε εξορισθεί στη Χερσώνα για δήθεν πολιτική συνωμοσία (653). Το ίδιο έγκλημα, χωρίς αποδείξεις, αποδόθηκε και στον Άγιο Μάξιμο. Αφού κατάλαβαν ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσει τον εξορίζουν μαζί με τους άλλους δύο στην Βιζύη της Θράκης (655). Έπειτα τους ανακαλούν στην Κωνσταντινούπολη, για νέα ανάκριση και μετά την άρνησή τους να υπογράψουν τον Τύπο τους στέλνουν εξορία στα Πέρβερα (656). Μετά έξη χρόνια τους καλούν πάλι στη Κωνσταντινούπολη για μία τρίτη προσπάθεια να τους πάρουν με το μέρους τους. Αφού και οι τρεις αρνήθηκαν να υποκύψουν, αναθεματίσθηκαν, κακοποιήθηκαν και διαπομπεύθηκαν. Μετά από αυτά οδηγήθηκαν και οι τρεις, ο καθένας χωριστά σε τόπους εξορίας στην Αλανία. Ο άγιος Μάξιμος φυλακίστηκε μόνος στο φρούριο Σχίμαρις, όπου υπέκειψε στις ταλαιπωρίες και τα γηρατειά του τον Αύγουστο του 662. Η μνήμη του εορτάζεται στις 13 Αυγούστου και στις 21 Ιανουαρίου.
 Μοναχός Παΐσιος (Νέα Σκήτη, 2007).
ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ
Διάλογος με τον Θεοδόσιο, τον επίσκοπο Καισαρείας Βιθυνίας, κατά την πρώτη του εξορία στο φρούριο της Βιζύης της Θράκης.
       
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μέγας θεολόγος και Πατήρ της Εκκλησίας, ωμολόγησε την Ορθόδο­ξο Πίστι σε μία εποχή που παρουσιάζει πολλές ο­μοιότητες με την ιδική μας. Η πολιτική των τότε αυ­τοκρατόρων απέβλεπε σε πολιτικοκοινωνικές ενοποιήσεις σαν τις σημερινές. Ως πρόσφορο μέσον για την πραγματοποίησί τους θεωρήθηκε η υποστήριξις της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. Είχαν χρησιμοποιη­θή και εκκλησιαστικοί άνδρες, οι οποίοι υποστήριζαν την αίρεσι χάριν των κοσμικών αυτών σκοπιμοτήτων. Είχαν πιστεύσει ότι ασκούν τάχα κάποια εκκλησια­στική οικονομία. Δυστυχώς, όλοι σχεδόν οι πατριαρ­χικοί θρόνοι είχαν πέσει στην αίρεσι του Μονοθελη­τισμού. Η Ορθόδοξος Πίστις ζούσε μόνο στην συνεί­δησι του πιστού λαού και εκφραζόταν με το στόμα των ελαχίστων Ομολογητών, οι οποίοι την εστερέω­σαν με το μαρτύριό τους.
Την εποχή αυτή ο άγιος Μάξιμος είχε διαδραμα­τίσει πρωτεύοντα ρόλο για την συγκρότησι της ορθο­δόξου τοπικής Συνόδου της Ρώμης (649), η οποία κα­τεδίκασε τον Μονοθελητισμό. Για τον λόγο αυτό ευρίσκεται εξόριστος στην Βιζύη της Θράκης. Έχει διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τους πα­τριαρχικούς θρόνους της Ανατολής, επειδή έχουν εκ­πέσει στην αίρεσι. Η αναφορά του είναι στην ορθο­δοξούσα τότε Ρώμη και στον Ομολογητή άγιο Πάπα Μαρτίνο. Με σκοπό να μεταβάλλουν την γνώμη του και να τον προσεταιρισθούν, ο επίσκοπος Θεοδόσιος και οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι τον επισκέπτονται στην Βιζύη και διεξάγουν τον κατωτέρω διάλογο. Ο Άγιος με αταλάντευτη σταθερότητα διακρίνει την αλήθεια από την αίρεσι, το φως από το σκότος, και με γνώμονα την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και Πατέρων ανασκευάζει τα επιχειρήματα των μονοθελη­τών συνομιλητών του. Είναι συγκινητική η ταπείνω­σις του Αγίου που συνοδεύει όλες τους τις εκφράσεις και κινήσεις, ακόμη και την ώρα που η αδικία εναντίον του είναι κατάφωρη. Προφανώς, ο φόβος του Θεού, η σταθερή ομολογία και η αληθινή ταπείνωσις συνιστούν το ιερό τρίπτυχο που χαρακτηρίζει κάθε Ορθόδοξο ομολογία. Ο διάλογος του αγίου Μαξίμου στον τόπο της εξορίας του με τους συγκλητικούς άρχοντες και με τους επισκόπους της Κωνσταντινουπόλεως είναι ένα κλασικό πλέον κείμενο, στο οποίο φανερώνει τις γνή­σια Ορθόδοξες και εκκλησιαστικές προϋποθέσεις του Αγίου και τις αιρετικές και κοσμικές αντίστοιχα των συνομιλητών του. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αυτόν τον διάλογο, επειδή πιστεύουμε ότι θα βοηθή­ση τον λαό του Θεού να  αντιληφθή ποιοι είναι σε κά­θε εποχή οι εκφρασταί της Πίστεώς του, αλλά και να δώσουμε αφορμές θεολογικής αυτοκριτικής σε όσους λόγω της εκκλησιαστικής τους ευθύνης ευρίσκονται μπροστά σε προφανή κίνδυνο να αθετήσουν και σήμε­ρα την  ακρίβεια της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως λόγω άλλων σκοπιμοτήτων.
Στις 24 του μηνός Αυγούστου, της 14ης επινεμή­σεως που μόλις τώρα πέρασε, επισκέφθηκε τον αββά Μάξιμο στον τόπο της εξορίας του, δηλαδή στο κά­στρο της Βιζύης, ο προρρηθείς επίσκοπος Θεοδόσιος, σταλμένος όπως είπε από τον ίδιο τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Πέτρο. Και μαζί του οι ύπατοι Παύλος και Θεοδόσιος, σταλμένοι όπως είπαν κι αυ­τοί από τον βασιλέα. Είχαν μαζί τους, καθώς φαίνε­ται, και τον επίσκοπο Βιζύης. Και λέγει ο Θεοδόσιος ο Επίσκοπος:
       ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Παρακαλούν μέσω ημών ο βασι­λεύς και ο πατριάρχης, να μάθουν από σένα ποια εί­ναι η αιτία που δεν έχεις κοινωνία με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Γνωρίζετε τις καινοτομίες που έγιναν από την επινέμησι του περασμένου κύκλου, οι όποίες άρχισαν από την Αλεξάνδρεια με τα εννέα κεφάλαια που εξέθεσε ο Κύρος, αυτός που δεν ξέρω πως έγινε πατριάρχης της πόλεως εκείνης, και που επικυρώθη­καν από τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γνωρί­ζετε επίσης και τις άλλες αλλοιώσεις, τις προσθήκες και τις αφαιρέσεις, που έγιναν συνοδικά από τους προεδρεύσαντας στην Εκκλησία των Βυζαντινών. Εν­νοώ τον Σέργιο, τον Πύρρο και τον Παύλο. Και αυτές τις καινοτομίες τις γνωρίζει όλη η οικουμένη. Γι' αυ­τήν την αιτία δεν έχω κοινωνία, ο δούλος σας, με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ας αρθούν τα εμπόδια που μπήκαν από τους παραπάνω άνδρες, και μαζί μ' αυτά κι αυτοί που τάβαλαν, όπως είπε ο Θεός: «και τους λίθους εκ της οδού διαρρίψατε» (Ιερεμ. 50, 26). Έτσι, βρίσκοντας την οδό του Ευαγγελίου όπως ήταν πρώτα, λεία και ομαλή και ελεύθερη από κάθε α­κανθώδη αιρετική κακία, θα την βαδίζω χωρίς να μου χρειάζεται καμμία ανθρώπινη προτροπή. Μέχρις ότου όμως οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως καυχώ­νται για τα τεθέντα εμπόδια και γι' αυτούς που τα έβα­λαν, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή τρόπος που να με πείση να έχω κοινωνία με αυτούς.
         ΘΕΟΔ.:  Μα τι κακό λοιπόν ομολογούμε, ώστε να χωρισθής από την κοινωνία μαζί μας;
         ΜΑΞΙΜΟΣ: Επειδή λέγετε ότι ο Θεός και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός έχει μία ενέργεια της Θεότητος και ανθρωπότητός του. Έτσι συγχέετε τον λόγο της θεολογίας με τον λόγο της οικονομίας.
       Και πάλι, υιοθετώντας άλλη καινοτομία, αφαιρεί­τε εξ ολοκλήρου όλα τα γνωριστικά και συστατικά (στοιχεία) της θεότητος και ανθρωπότητος του Χρι­στού, θεσπίζοντας με νόμους και τύπους, ότι δεν πρέ­πει να λέγεται γι' Αυτόν, ούτε μία ούτε δύο θελήσεις ή ενέργειες. Αυτό είναι πράγμα ανυπόστατο, διότι οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν μεγαλοφώνως ότι: «Αυτό που δεν έχει καμμιά δύναμι, ούτε υπάρχει ούτε είναι κάτι ούτε έχει καμμία εντελώς θέσι».
       ΘΕΟΔ.:  Μη παίρνης σαν κύριο δόγμα, αυτό που γίνεται από οικονομία.
   ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν δεν είναι κύριο δόγμα για όσους το δέ­χονται, για ποιο λόγο με παραδώσατε ανέντιμα σε βάρβαρα και άθεα έθνη; Για ποιο λόγο καταδικάσθη­κα να μένω στη Βιζύη, και οι σύνδουλοί μου, ο ένας στην Πέρβερι κι ο άλλος στην Μεσήμβρια;
Και ποιος πιστός δέχεται την οικονομία που κάνει να σιγήσουν τα λόγια, τα οποία οικονόμησε ο των όλων Θεός να ειπωθούν από τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους; Κι ας ιδούμε, μεγάλε κύ­ριε, σε ποιο κακό καταλήγει το θέμα αυτό, αν το καλο­εξετάσουμε. Διότι ο Θεός έβαλε στην Εκκλησία, πρώ­τον μεν τους αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, για να καταρτίζωνται οι πιστοί, λέγοντας στο Ευαγγέλιο προς τους αποστόλους και μέσω αυτών προς τους μεταγενεστέρους «Ο υμίν λέγω, πάσι λέ­γω», και πάλι «ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται, και ο α­θετών υμάς, εμέ αθετεί». Είναι λοιπόν φανερό και ανα­ντίρρητο, ότι αυτός που δεν δέχεται τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους και δεν υπολογί­ζει τα λόγια τους, δεν υπολογίζει τον ίδιο το Χριστό. Ας εξετάσουμε δε και κάτι άλλο. Ο Θεός διάλεξε και κατέστησε αποστόλους, προφήτας και διδασκά­λους, προς τον καταρτισμό των πιστών. Αντίθετα, ο διάβολος διάλεξε και ξεσήκωσε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους, για να πολε­μηθή και ο παλαιός νόμος και ο ευαγγελικός. Μονα­δικούς δε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους εννοώ τους αιρετικούς, των ο­ποίων είναι διεστραμμένοι οι λόγοι και οι λογισμοί. Όπως ακριβώς λοιπόν αυτός που δέχεται τους αληθι­νούς αποστόλους και προφήτας και διδασκάλους, δέ­χεται τον Θεό, έτσι και αυτός που δέχεται τους ψευδα­ποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκά­λους, δέχεται τον διάβολο. Αυτός λοιπόν που βάζει τους αγίους μαζί με τους βδελυρούς και ακαθάρτους αιρετικούς (δεχθήτε τα λόγια μου, λέγω την αλήθεια), προφανώς βάζει στην ίδια μοίρα τον Θεό μαζί με τον διάβολο. Αν λοιπόν εξετάζοντας τις καινοτομίες που έγι­ναν τώρα στα χρόνια μας, τις βρίσκουμε να έχουν κα­ταντήσει σ' αυτό το πιο ακραίο κακό, προσέξτε μή­πως, ενώ προφασιζόμαστε την ειρήνη, βρεθούμε να νοσούμε και να κηρύττουμε την αποστασία, η οποία θα είναι, κατά τον θείο απόστολο, πρόδρομος της πα­ρουσίας του Αντιχρίστου. Αυτά σας τα είπα χωρίς κανένα δισταγμό, κύριοί μου, για να λυπηθήτε τους ε­αυτούς σας κι εμάς. Με συμβουλεύετε επίσης να έλθω να κοινωνήσω με την Εκκλησία στην οποία τέτοια κηρύσσονται, ε­νώ έχω άλλα γραμμένα στο βιβλίο της καρδιάς μου, και να γίνω κοινωνός μ' αυτούς που νομίζουν ότι στρέφονται εναντίον του διαβόλου με την βοήθεια του Θεού, ενώ στην πραγματικότητα στρέφονται ενα­ντίον του Θεού; Να μη δώση Ο Θεός, που γεννήθηκε για μένα χωρίς αμαρτία!
Και αφού τους έβαλε μετάνοια, είπε:
           ΜΑΞΙΜΟΣ: Οτιδήποτε έχετε διαταγή να κάνετε στο δούλο σας, σας λέγω κάμετέ το. Εγώ πάντως ουδέπο­τε θα γίνω συγκοινωνός μ' αυτούς που δέχονται αυτές τις καινοτομίες.
       Μόλις τα άκουσαν εκείνοι αυτά, πάγωσαν. Έβαλαν κάτω τα κεφάλια τους και εσιώπησαν για αρκετή ώρα. Σήκωσε κάποια στιγμή το κεφάλι του ο επίσκοπος Θεοδόσιος, κύτταξε προς τον αββά Μάξιμο και είπε:
      
         ΘΕΟΔ.: Σου λέμε λοιπόν εμείς πως, εάν εσύ κοι­νωνήσης, ο δεσπότης μας ο βασιλεύς θα ελαφρύνη τον Τύπο.
      ΜΑΞΙΜΟΣ: Η απόστασις που μας χωρίζει είναι ακόμη μεγάλη. Τι θα κάνουμε με το δόγμα του ενός θελήμα­τος που επικυρώθηκε συνοδικά από τον Σέργιο και τον Πύρρο για την αναίρεσι κάθε ενέργειας;
       ΘΕΟΔ.: Εκεινο το χαρτί καταστράφηκε και αχρη­στεύθηκε.
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Το έσβησαν από τους πέτρινους τοίχους, όχι όμως κι από τις νοερές ψυχές. Ας δεχθούν την καταδίκη του που έγινε συνοδικά στην Ρώμη με ευσε­βή δόγματα και κανόνες, και τότε θα λυθή το μεσότοι­χο και δεν θάχουμε ανάγκη από συμβουλές.
    ΘΕΟΔ.: Δεν έχει ισχύ η σύνοδος της Ρώμης, γιατί έγινε χωρίς την διαταγή του βασιλέως.
       ΜΑΞΙΜΟΣ:  Αν οι διαταγές των βασιλέων δίνουν κύ­ρος στις προγενέστερες συνόδους και όχι η ευσεβής πίστις, ας δεχθούν και τις συνόδους που έγιναν ενα­ντίον του ομοουσίου, μια και έγιναν με εντολή των βασιλέων. Και ποιος κανόνας ορίζει να είναι έγκυρες μόνο εκείνες οι σύνοδοι που συνεκλήθησαν με εντολή βασιλέως ή οπωσδήποτε όλες οι σύνοδοι να συγ­καλούνται κατόπιν βασιλικής διαταγής; Ο ευσεβής κανών της Εκκλησίας γνωρίζει ως άγιες και έγκυρες εκείνες τις συνόδους, τις οποίες διακρίνει η ορθότης των δογμάτων.
       ΘΕΟΔ.: Όπως τα λες είναι. η ορθότης των δογμά­των δίνει κύρος στις συνόδους. Τι λοιπόν; Δεν πρέπει καθόλου να λέμε μία ενέργεια στον Χριστό;
      ΜΑΞΙΜΟΣ: Σύμφωνα με την αγία Γραφή και τους α­γίους Πατέρας τίποτα τέτοιο δεν παρελάβαμε να λέμε. Αλλά, όπως ακριβώς παρελάβαμε να πιστεύωμε για το Χριστό δύο φύσεις, αυτές από τις οποίες απαρτίζε­ται, έτσι μας επετράπη να πιστεύω με και να ομολογούμε και τις φυσικές Του θελήσεις και ενέργειες που υπάρχουν καταλλήλως σ' αυτόν, αφού αυτός ο ίδιος είναι εκ φύσεως Θεός μαζί και άνθρωπος.
       ΘΕΟΔ.: Πράγματι, κύριε, και εμείς ομολογούμε και τις φύσεις και τις διάφορες ενέργειες, δηλαδή και την θεία και την ανθρωπίνη. και ότι η θεότης του εί­ναι θελητική και η ανθρωπότης του θελητική. επειδή η ψυχή του δεν ήταν χωρίς θέλησι. Αλλά για να μη χάνουμε τον καιρό μας εδώ, ό,τι κι αν είπαν οι Πατέ­ρες το ομολογώ, και μάλιστα το κάνω και εγγράφως (δηλαδή), δύο φύσεις και δύο θελήματα και δύο ενέρ­γειες. Έλα λοιπόν να κοινωνήσης μαζί μας και να γί­νη η ένωσις.
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, δεν τολμώ να δεχθώ εγώ έγγρα­φη συγκατάθεσι από σας γι' αυτό το πράγμα, διότι εί­μαι απλός μοναχός. Αν όμως ο Θεός σας έφερε σε κα­τάνυξι, ώστε να δεχθήτε τους λόγους των αγίων Πατέ­ρων, να ενεργήσετε όπως απαιτούν οι κανόνες. Να στείλετε, δηλαδή, περί τούτου έγγραφο προς τον επί­σκοπο Ρώμης, ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης και η πε­ρί αυτόν σύνοδος. Εγώ πάντως ούτε κι αν γίνουν αυ­τά θα κοινωνήσω, επειδή οι αναθεματισθέντες αναφέ­ρονται στην αγία αναφορά. Διότι φοβάμαι το κατά­κριμα του αναθέματος.
       ΘΕΟΔ.: Ο Θεός γνωρίζει ότι δεν σε κατηγορώ που φοβάσαι, αλλά ούτε και κανένας άλλος. Για το ό­νομα όμως του Κυρίου, πες μας την γνώμη σου, εάν είναι δυνατόν να γίνη αυτό (δηλ. να αρθή το ανάθεμα ήδη αποθανόντος αιρετικού).
      ΜΑΞΙΜΟΣ: Ποια γνώμη μπορώ να σας δώσω γι' αυτό; Πηγαίνετε, ψάξτε να βρήτε αν ποτέ έχει γίνει κάτι τέ­τοιο και ελευθερώθηκε κανείς μετά θάνατον από το έγκλημα για την πίστι, κι από το κατάκριμα που έχει εξαγορευθή εναντίον του. Πρέπει να καταδεχθούν ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης να μιμηθούν την συγκα­τάβασι του Θεού. και ο μεν να κάνει παρακλητική κέ­λευσι, ο δε συνοδική δέησι προς τον πάπα της Ρώμης. Χωρίς αμφιβολία, αν βρεθή κάποιος τρόπος εκκλη­σιαστικός που να το επιτρέπη αυτό για την σωστή ομολογία της πίστεως, θα συμφωνήση περί αυτού μαζί σας.
        ΘΕΟΔ.: Αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. αλλά δος μου τον λόγο σου ότι, εάν στείλουν εμένα, θα έλθης μαζί μου.
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, σου είναι πιο συμφέρον να πά­ρης μαζί σου τον σύνδουλό μου που είναι στη Μεσημ­βρία, παρά εμένα. Εκείνος και την γλώσσα γνωρίζει και τον σέβονται πολύ, μια και τόσα χρόνια τιμωρεί­ται για τον Θεό και για την ορθή πίστι που κρατεί ο θρόνος τους.
       ΘΕΟΔ.: Έχουμε μεταξύ μας κάτι μικροδιαφορές, και δεν μου είναι τόσο ευχάριστο να πάω μαζί του.
      ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, αφού νομίζετε ότι πρέπει να γίνη αυτό, ας γίνη όπως αποφασίζετε.εγώ σας ακολουθώ όπου θέλετε.
       Μετά από αυτό σηκώθηκαν όλοι επάνω χα­ρούμενοι και με δάκρυα στα μάτια. Έβαλαν με­τάνοια και έγινε προσευχή. Και κάθε ένας τους ασπάσθηκε τα άγια Ευαγγέλια, και τον Τίμιο Σταυρό, και την εικόνα του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και της Δεσποίνης ημών Παναγίας Θεοτόκου της Μητέρας Του, αφού έ­βαλαν επάνω και τα χέρια τους προς βεβαίωσι των συμφωνηθέντων. Αφού ειπώθηκαν αυτά, ό­ταν ασπάζονταν μεταξύ τους είπε ο ύπατος Θεο­δόσιος:
       ΘΕΟΔ.: Να λοιπόν, έγιναν όλα καλά. Άρα γε θα καταδεχθή ο βασιλεύς να κάνη παρακλητική κέλευσι;
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Οπωσδήποτε θα κάνη, εάν θέλη να είναι μιμητής του Θεού και να ταπεινωθή μαζί Του για την κοινή σωτηρία όλων μας. Ας αναλογισθή ότι, αφού ο Θεός που φύσει σώζει, δεν μας έσωσε παρά αφού με την θέλησί Του ταπεινώθηκε, πώς ο φύσει σωζόμενος άνθρωπος θα σωθή ή θα σώση χωρίς να ταπεινωθή;
       Μετά δε την αναχώρησι των παραπάνω αν­δρών, στις 8 του μηνός Σεπτεμβρίου της παρού­σης 15ης ινδικτιώνος, πήγε πάλι ο ύπατος Παύ­λος στη Βιζύη προς τον αββά Μάξιμο, έχοντας μαζί του διαταγή που έλεγε τα εξής: «Παραγγέ­λομε στην ενδοξότητά σου να πας στη Βιζύη και να φέρης τον Μοναχό Μάξιμο με πολλή τιμή και περιποίησι, λόγω της μεγάλης του ηλικίας και της ασθενείας του, και διότι αυτός ανήκει στους προγόνους μας και τους έχει τιμήσει. Και να τον βάλης στο λαμπρό μοναστήρι του Αγίου Θεοδώρου, που βρίσκεται δίπλα στο Βασιλικό παλάτι». Αφού λοιπόν ο ύπατος τον πήρε και τον έβαλε στο προειρημένο μοναστήρι, πήγε να δώση ειδοποίησι.
       Την επομένη ημέρα πήγαν προς αυτόν οι πα­τρίκιοι Επιφάνιος και Τρώιλος, με λαμπρό ντύ­σιμο και ύφος, καθώς και ο επίσκοπος Θεοδό­σιος. Συναντήθηκαν με αυτόν στο κατηχουμενείο της Εκκλησίας του ιδίου μοναστηριού. Αφού έγινε ο συνηθισμένος ασπασμός κάθησαν, υπο­χρεώνοντας κι αυτόν να καθήση. Και αρχίζοντας τον λόγο μαζί του ο Τρώιλος είπε:
       ΤΡΩΙΛΟΣ:  Ο αυτοκράτωρ μας διέταξε να έρθουμε και να σου ανακοινώσουμε την γνώμη που έχει η θεο­στήρικτη βασιλεία του. Αλλά πρώτα πες μας, θα κά­νης την διαταγή του βασιλέως ή δεν θα την κάνης;
Ο Μάξιμος είπε:
       ΜΑΞΙΜΟΣ:Κύριε, να ακούσω τι διέταξε η ευσεβής του δύναμις και θά αποκριθώ κατάλληλα. γιατί προς κάτι το άγνωστο ποια απάντησι μπορώ να δώσω;
Ο Τρώιλος επέμενε λέγοντας:
       ΤΡΩΙΛ.: Δεν πρόκειται να πούμε τίποτε, εάν δεν μας πης πρώτα, αν θα κάνης ή όχι την διαταγή του βασιλέως.
       Και όταν τους είδε να αντιστέκωνται και λό­γω της καθυστερήσεώς του να βλέπουν πιο σκληρά και μαζί με τους συνακόλουθούς τους να αποκρίνωνται πιο άγρια, ενώ φάνταζαν τα περή­φανα στολίδια των αξιωμάτων τους, απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Αφού δεν θέλετε να πήτε στον δούλο σας την απόφασι του κυρίου και βασιλέως μας, να λοιπόν σας λέω, κι ακούει ο Θεός και οι άγιοι άγγελοι και όλοι εσείς: οτιδήποτε με διατάξη για κάθε πράγμα που καταλύεται και καταστρέφεται σ' αυτόν τον αιώνα, με προθυμία το κάνω.
Και αμέσως ο Τρώιλος είπε:
       ΤΡΩΙΛ.: Συγχωρέστε με, αλλά εγώ φεύγω.  γιατί αυτός τίποτε δεν πρόκειται να κάνη.
       Και αφού έγινε πάρα πολύς θόρυβος και μεγάλη ταραχή και σύγχυσι, τους είπε ο επίσκοπος Θεοδόσιος:
       ΘΕΟΔ.: Πείτε του την διαταγή και θα μάθετε την απάντησί του. Διότι, δεν είναι λογικό να φύγουμε, χω­ρίς να πούμε και να ακούσουμε τίποτε.
Τότε ο πατρίκιος Επιφάνιος είπε:
       ΕΠΙΦ.:   Αυτό σου δηλώνει με μας ο βασιλεύς: «Ε­πειδή η Δύσις και όσοι διαστρέφουν (τα πράγματα) στην Ανατολή αποβλέπουν σε σένα, κι όλοι εξ αιτίας σου ξεσηκώνονται μη θέλοντας να συμφωνήσουν μαζί μας για την πίστι, είθε να σε κατανύξη ο Θεός να κοινωνήσης μαζί μας βάσει του Τύπου που εκθέσαμε. Θα βγούμε τότε εμείς οι ίδιοι στη Χαλκή (πύλη) και θα σε ασπασθούμε, θα σου δώσουμε το χέρι και με κάθε τιμή και δόξα θα σε βάλουμε στην μεγάλη Εκκλησία. Θα στέκεσαι μαζί μας στο μέρος που συνηθίζουν να στέκωνται οι βασιλείς. Θα κάνουμε τότε και την σύ­ναξι (Θ. Λειτουργία) και θα κοινωνήσουμε τα άχρα­ντα και ζωοποιά μυστήρια, το ζωοποιό σώμα και αίμα του Χριστού. Θα σε ανακηρύξουμε πατέρα μας. και θα γίνη χαρά όχι μόνο στην φιλόχριστη και βασιλική μας πόλι, αλλά και σ' όλη την οικουμένη. Γιατί γνω­ρίζουμε πολύ καλά ότι, εάν εσύ κοινωνήσης με τον ε­δώ άγιο θρόνο, όλοι θα ενωθούν μαζί μας, αυτοί που εξ αιτίας σου και εξ αιτίας της διδασκαλίας σου απο­σχίσθηκαν από την κοινωνία με μας».
Γυρίζοντας τότε προς τον επίσκοπο ο αββάς Μάξιμος του είπε με δάκρυα στα μάτια:
      ΜΑΞΙΜΟΣ: Μεγάλε κύριε, όλοι περιμένουμε ημέρα κρίσεως. Αληθινά, ούτε όλη η δύναμι των ουρανών δεν θα με πείση να το κάνω αυτό. Γιατί, τι θα έχω να απολογηθώ -δεν λέω στο Θεό, αλλά στην συνείδησί μου-, αν για την δόξα των ανθρώπων, που μόνη της δεν έχει καμμιά οντότητα, γίνω εξωμότης της πίστεως που σώζει αυτούς που την υπερασπίζονται;
       Όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, σηκώθηκαν ό­λοι επάνω και γεμάτοι θυμό τον έσπρωξαν, τον τράβηξαν και τον έρριξαν κάτω. Τον γέμισαν μά­λιστα από το κεφάλι ως τα νύχια με φτυσίματα, που η δυσωδία τους παρέμεινε μέχρις ότου πλύ­θηκαν τα ρούχα του. Σηκώθηκε τότε και ο επί­σκοπος και είπε:
       ΘΕΟΔ.:  Δεν έπρεπε να το κάνετε αυτό. Έπρεπε να ακούσωμε μόνο την απάντησί του και να την αναφέ­ρωμε στον αγαθό μας βασιλέα.
       Μόλις τους έπεισε ο επίσκοπος να ησυχά­σουν, κάθησαν πάλι. Με θυμό όμως και αγριότη­τα του είπαν μύριες βρισιές και ακατανόμαστες κατάρες. Τότε του είπε ο Επιφάνιος:
       ΕΠΙΦ.:   Πες μας λοιπόν κάκιστε λαίμαργε γέρο, μας είπες αυτά τα λόγια θεωρώντας ως αιρετικούς ε­μάς και την πόλι μας και τον βασιλέα; Αληθινά, είμα­στε περισσότερο Χριστιανοί και ορθόδοξοι από σένα. Και ομολογούμε ότι ο Κύριός μας και Θεός έχει και θεϊκή και ανθρώπινη θέλησι και νοερή ψυχή. και ότι κάθε νοερή φύσι οπωσδήποτε έχει εκ φύσεως το θέ­λειν και το ενεργείν, επειδή ίδιον της ζωής είναι η κί­νησις και ίδιον του νοός η θέλησις. Και γνωρίζουμε ότι είναι θελητικός, όχι μόνο κατά την θεότητα, αλλά και κατά την ανθρωπότητα. Δεν αρνούμαστε επίσης και τις δύο θελήσεις του και ενέργειες.
Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:
       ΜΑΞΙΜΟΣ:  Εάν πιστεύετε έτσι, όπως πιστεύουν οι νο­ερές φύσεις και η Εκκλησία του Θεού, πώς εσείς με αναγκάζετε να κοινωνήσω με τον Τύπο, που μόνο την αναίρεσι αυτών έχει;
       ΕΠΙΦ.:   Αυτό έγινε για οικονομία, για να μη ζημιωθούν οι λαοί μας με τέτοιες λεπτολογίες.
Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:
      ΜΑΞΙΜΟΣ: Συμβαίνει το αντίθετο. κάθε άνθρωπος α­γιάζεται με την ακριβή ομολογία της πίστεως, και όχι με την αναίρεσι που βρίσκεται στον Τύπο.
Και είπε ο Τρώιλος:
       ΤΡΩΙΛ.: Και στο παλάτι σου είπαμε, ότι (ο Τύ­πος) δεν ανήρεσε τίποτε, αλλά διέταξε να κατασιγά­σουν (οι διϊστάμενες απόψεις) για να ειρηνεύσουμε ό­λοι.
Και απαντώντας πάλι ο αββάς Μάξιμος είπε:
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Η σιωπή των λόγων είναι αναίρεσις των λόγων. Λέγει το Άγιον Πνεύμα μέσω του Προφήτου Δαβίδ: «Ουκ εισί λαλιαί, ουδέ λόγοι, ων ουχί ακούονται αι φωναί αυτών». Άρα λοιπόν ο λόγος που δεν λέγεται, δεν είναι καν λόγος.
Και είπε ο Τρώιλος:
       ΤΡΩΙΛ.: Στην καρδιά σου να έχης ό,τι θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς.
Ο αββάς Μάξιμος απήντησε:
      ΜΑΞΙΜΟΣ: Ο Θεός δεν περιώρισε στην καρδιά όλη την σωτηρία, αλλά είπε: «Ο ομολογών με έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω αυτόν έμπροσθεν του Πα­τρός μου του εν ουρανοίς». Και ο θείος Απόστολος διδάσκει ως εξής: «Kαρδία μεν πιστεύεται εις δικαιο­σύνην. στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν». Αν λοιπόν ο Θεός και οι προφήται και οι απόστολοι του Θεού προτρέπουν να ομολογήται με τους λόγους των Αγίων το μυστήριο, το μεγάλο και φρικτό και σωτή­ριο για όλο τον κόσμο, δεν πρέπει να σιωπήση με κα­νένα τρόπο η φωνή που κηρύττει αυτό, για να μη κιν­δυνεύση η σωτηρία των σιωπώντων.
Και απαντώντας ο Επιφάνιος με πολύ άγριο τρόπο είπε:
       ΕΠΙΦ.: Υπέγραψες στον λίβελλο;
Και είπε ο αββάς Μάξιμος:
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι υπέγραψα.
       ΕΠΙΦ.:   Και πώς τόλμησες να υπογράψης και να αναθεματίσης αυτούς που ομολογούν και πιστεύουν ό­πως οι νοερές φύσεις και η καθολική Εκκλησία; Α­ληθινά με δική μου πρότασι θα σε πάμε στην πόλι, θα σε στήσουμε δεμένο στην αγορά και θα φέρουμε τους μίμους, άνδρες και γυναίκες, και τις πιο διάσημες πόρνες και όλο το λαό, για να χτυπήση και φτύση κα­θένας και καθεμιά τους το πρόσωπό σου.
Απαντώντας σ' αυτά ο αββάς Μάξιμος είπε:
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Ας γίνη όπως είπατε, εάν αναθεματίσαμε αυτούς που ομολογούν ότι ο Κύριος έχει δύο φύσεις, και τις κατάλληλες σ' αυτόν δύο φυσικές θελήσεις και ενέργειες, και ότι είναι εκ φύσεως αληθινός Θεός και άνθρωπος. Διάβασε, δέσποτα, τα πρακτικά και τον λίβελλο, και εάν βρήτε αυτά που είπατε, κάμετε ό,τι σκέπτεσθε.
       Μετά από αυτά τον ωδήγησαν στην Κωνσταντι­νούπολι και έβγαλαν απόφασι εναντίον τους. Ανεθε­μάτισαν και κατεδίκασαν τον εν αγίοις Μάξιμο, τον μακάριο μαθητή του Αναστάσιο, τον αγιώτατο πάπα Μαρτίνο, τον άγιο Σωφρόνιο πατριάρχη Ιεροσολύ­μων, και όλους τους ορθοδόξους και ομοφρονούντας μ' αυτούς. Έπειτα έφεραν και τον άλλο μακάριο Αναστάσιο. Αφού χρησιμοποίησαν και γι' αυτόν τα ίδια αναθέματα και βρισιές, τους παρέδωσαν στους άρχο­ντες λέγοντας: Αποφασίζουμε να σας παραλάβη αμέ­σως ο πανεύφημος έπαρχός μας, που είναι δω, στο πο­λυάνθρωπο ανάκτορό του. Να σας χτυπήση με νεύρα στα μετάφρενα (τον Μάξιμο, Αναστάσιο και Αναστά­σιο), και να αποκόψη από την ρίζα το όργανο της ακολασίας σας, δηλαδή την βλάσφημη γλώσσα σας, του Μαξίμου, Αναστασίου και Αναστασίου. Στη συ­νέχεια να κόψη με σιδερένιο μαχαίρι και την ταραχώ­δη δεξιά που υπηρέτησε τον βλάσφημο λογισμό σας. Μόλις δε σας αποστερήσουν αυτά τα βδελυκτά μέλη, να τα κρεμάσουν πάνω σας και να σας περιφέρουν στα δώδεκα τμήματα της βασιλίδος των πόλεων. Κατόπιν να σας παραδώση σε ισόβια εξoρία  και ταυτόχρονα συνεχή φρούρησι, έτσι που συνεχώς και για όλο το χρόνο της ζωής σας να οδύρεσθε για τα βλάσφημα σφάλματά σας. Γιατί η κατάρα που εφεύρατε ε­ναντίον μας, επέπεσε πάνω στα κεφάλια σας.Τότε λοιπόν τους πήρε ο έπαρχος και τους τιμώ­ρησε κόβοντας τα μέλη τους. Τέλος τους περιέφερε σ' όλη την πόλι και τους εξώρισε στην Λαζική.


(Από το τεύχος 21 του έτους 1996 του περιοδικού Ο Ο­ΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, σελίς 6-20).